Σωτήρης Χτούρης*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

H Γερμανία έπαιξε και έχασε μεγάλο μέρος από το πολιτικό της κεφάλαιο στην Ευρώπη. Οπως ήταν αναμενόμενο, η γερμανική στάση έμεινε σταθερά ανελαστική στη διαπραγμάτευση του ελληνικού θέματος. Στο εσωτερικό της Γερμανίας συγκρούστηκαν με αυτή την ευκαιρία δύο σημαντικές στρατηγικές.

Η πρώτη ήταν η κυρίαρχη στάση που είναι η επιβολή της δημοσιονομικής πειθαρχίας ως πυρήνας της οικονομικής συγκρότησης μιας ανταγωνιστικής Ευρώπης με κύριο εργαλείο τη σταθερότητα του ευρώ. Η δεύτερη ήταν το άνοιγμα της Γερμανίας σε μια πολιτική ενοποίησης των ευρωπαϊκών πολιτικών κυρίως στον οικονομικό τομέα, με κύριο όχημα την πολιτική αλληλεγγύης και σταθερότητας μεταξύ των εταίρων της ευρωζώνης.

Η χθεσινή διαπραγμάτευση έδειξε ότι κυριάρχησε τελικά ο πρώτος άξονας της γερμανικής στρατηγικής, που όμως περιέκοψε σημαντικό μέρος της πολιτικής νομιμοποίησης της Γερμανίας, κάτι που έχει ανάγκη ως ηγετική δύναμη. Αυτή η νομιμοποίηση είναι η ζωτική προϋπόθεση για να διατηρήσει την ηγεμονική της θέση στον οικονομικό τομέα, αλλά και για να αποτελέσει την κεντρική πολιτική δύναμη αναφοράς στην Ευρώπη ώστε να είναι σε θέση να καλύψει το κενό που αφήνουν οι ΗΠΑ, καθώς αυτές αποτραβιούνται ολοένα και περισσότερο από τη γηραιά ήπειρο.

Αυτό είναι το δεύτερο τραγικό λάθος της γερμανικής πολιτικής, μετά την αποτυχία της στην ουκρανική υπόθεση και την εμπλοκή της σε μια σύγκρουση που δεν ήταν σε θέση να επιβλέψει και να ρυθμίσει.

Αντίθετα η γαλλική πολιτική ελίτ έδειξε ανακλαστικά, ξύπνησε απότομα από έναν βαθύ και μακρόχρονο λήθαργο και άρπαξε την ευκαιρία που της προσέφερε το ελληνικό θέμα και έδειξε ότι το κενό που άφηνε η Γερμανία δεν θα μείνει ακάλυπτο. Εδειξε αυτό που ξέρει πολύ καλά ήδη από την περίοδο του Βοναπάρτη, ότι μια ηγετική δύναμη στην Ευρώπη δεν μπορεί να στηρίζεται μόνο στην οικονομική κυριαρχία, αλλά ούτε και μόνο στη γυμνή επιβολή.

Προϋποθέτει την υπεράσπιση κυρίως των κοινών αξιών της ελευθερίας, της αδελφοσύνης και του πολιτικού πολιτισμού της δημοκρατίας, ακόμα και όταν πίσω από αυτά υποκρύπτονται και πιο στενά οικονομικά και γεωστρατηγικά συμφέροντα. Αυτή τη γαλλική πολιτική συνταγή φαίνεται δεν την έμαθαν οι Γερμανοί πολιτικοί, παρά τα πολλά διδάγματα που πήραν από τον καταστροφικό Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Η Ελλάδα ήταν η αφορμή και το όχημα αυτής της γαλλικής αφύπνισης και ενώ έχασε πολλά στο πρώτο πεδίο της μάχης, κέρδισε σημαντικά στα μετόπισθεν, κυρίως ως μια χώρα που έδειξε την ύστατη στιγμή τη μέγιστη ευρωπαϊκή αφοσίωση, έτοιμη να κάνει υπερβολικές θυσίες για να ηρεμήσει το «γερμανικό τέρας» αλλά και για να σώσει την ιδέα του ευρώ, όχι μόνο ως νόμισμα, αλλά και ως σύμβολο της ευρωπαϊκής ενότητας.

Μου φαίνεται παράξενο πως η «αμοιβάδα» της ελληνικής πολιτικής ελίτ έδειξε ξαφνικά και μέσα από τη ρεαλιστική στάση του πρωθυπουργού μια απρόσμενη ικανότητα να συγκροτηθεί σε μια ζωντανή και μαχητική πολιτική κοινότητα, πέρα από την εφήμερη μικροπολιτική, καθώς κατάλαβε επιτέλους ότι πρέπει τώρα να συγκεντρωθεί σε έναν και μοναδικό στόχο, δηλαδή την υπεράσπιση του «ελληνικού» ευρώ, και να αντιπαρατεθεί στα μικρόνοα γερμανικά συνεργεία που το αποδομούσαν με τα non paper του Grexit.

Η προσωρινή εγκατάλειψη των άλλων στόχων και προγραμμάτων δείχνει μια εξυπνάδα που θα πρέπει να εκτιμηθεί και να καλλιεργηθεί από εδώ και πέρα τα μέγιστα. Ισως και να υπάρχει ζωντανό ακόμα μέσα μας το DNA τού «Ζώον Πολιτικόν» του Αριστοτέλη. Σε όλες τις περιπτώσεις πιστεύω ότι η Ελλάδα είναι περισσότερο κερδισμένη παρά χαμένη από όλη τη διαπραγμάτευση, έστω και αν τα μακροχρόνια κέρδη της δεν ήταν αποτελέσματα στρατηγικής σκέψης και πολιτικής οργάνωσης.

Το μάθημα που πήραμε ίσως μας βοηθήσει και σε αυτό στο άμεσο μέλλον. Θα χρειαστούμε την πραγματική και έξυπνη πολιτική κοινωνία για να ξανασταθούμε στα πόδια μας. Είναι πολύ πιο σημαντική ακόμα και από το δάνειο που θα μας δώσουν.

*καθηγητής Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου