Η πρώτη πολιτική βαρύνουσα απώλεια του πολέμου που κήρυξε ο Πούτιν στην Ουκρανία είναι η γαλλική Ακροδεξιά των Λεπέν-Ζεμούρ που είχε σε επικοινωνιακό επίπεδο αναγάγει την εδώ και δύο και πλέον δεκαετίες αυταρχική ανασύνταξη της Ρωσίας ως σημείο αναφοράς αν όχι μοντέλο για την παρακμασμένη Δύση.
Το μεγάλο όμως ερώτημα, το ερώτημα των ερωτημάτων, είναι πώς θα επηρεάσει ο πόλεμος του Πούτιν τους εσωτερικούς συσχετισμούς και τις ισορροπίες στις ΗΠΑ με ορίζοντα τις ενδιάμεσες εκλογές του προσεχούς Νοεμβρίου όπου το διακύβευμα είναι ο έλεγχος του Κογκρέσου.
Θα προκαλέσει συσπείρωση πέριξ του Λευκού Οίκου η κλιμάκωση της αντιπαράθεσης σε βαθμό οριακής κρημνοβασίας ανάμεσα στη Ρωσία και τις ΗΠΑ;
Την άνοιξη του 1917 ο Δημοκρατικός πρόεδρος Ουίλσον αξιοποίησε τη βύθιση του επιβατηγού υπερωκεάνιου «Λουζιτάνια» για να εμπλέξει τις ΗΠΑ στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο με την οριακή ανοχή της κοινής γνώμης που πλειοψηφικά πίστευε ότι ο απομονωτισμός είναι συστατικό στοιχείο της αμερικανικής ταυτότητας.
Η συνέχεια είναι γνωστή: η Συνθήκη των Βερσαλιών που εγκαθίδρυε τη μεταπολεμική τάξη πραγμάτων, που δίχως υπερβολή είχε γράψει με τα χέρια του ο Ουίλσον, απερρίφθη στην ελεγχόμενη από τους Ρεπουμπλικανούς Γερουσία το καλοκαίρι του 1920.
Ο Ρούζβελτ υπήρξε πιο τυχερός από τον Ουίλσον καθώς δεν χρειάστηκε να αναζητήσει το πρόσχημα που θα επέτρεπε στις ΗΠΑ να μπουν στον πόλεμο, αφού τον διευκόλυνε ανέλπιστα η προληπτική επίθεση της Ιαπωνίας στο Περλ Χάρμπορ τον Δεκέμβριο του 1941.
Μέσα σε λίγους μήνες η υπερθέρμανση της βιομηχανικής παραγωγής για τις ανάγκες του πολέμου, που αποκαλείται από πολλούς ιστορικούς κεϊνσιανός μιλιταρισμός, δημιούργησε για πρώτη φορά μετά το 1929 μια δυναμική οριστικής εξόδου από τη μεγάλη ύφεση και προκάλεσε μαζική συσπείρωση πέριξ του Ρούζβελτ και τη θριαμβευτική επανεκλογή τον Νοέμβριο του 1944 για τέταρτη κατά σειρά θητεία.
Σήμερα, όπως και το 1941 για τον Ρούζβελτ, η τύχη του Μπάιντεν στις ενδιάμεσες εκλογές και κυρίως η έγκριση ή η απόρριψη της επιλογής του να κηρύξει επικεφαλής μιας ευρύτατης συμμαχίας οικονομικό πόλεμο στη Ρωσία του Πούτιν θα κριθούν εκ του αποτελέσματος.
Εδώ το ζητούμενο δεν είναι αν μια Δύση με το όπλο παρά πόδα μπορεί να χρησιμοποιήσει ξανά τη συνταγή του κεϊνσιανού μιλιταρισμού, αλλά ο περιορισμός προεξοφλημένων υψηλού κόστους παρενεργειών.
Πιστεύει κανείς στα σοβαρά ότι μια παγκόσμια οικονομία που δεν έχει ακόμη συνέλθει από την τεκτονική δόνηση της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008 αλλά και το σοκ της πανδημίας του 2020 δεν θα επηρεαστεί αρνητικά από τις πρωτοφανείς στα ιστορικά χρονικά κυρώσεις με τις οποίες απάντησε η Δύση στην κήρυξη πολέμου στην Ουκρανία από τον Πούτιν;
Με τα σημερινά δεδομένα συνυπολογισμένα αθροιστικά ο Μπάιντεν είναι πολύ πιο πιθανό να επιταχύνει την ήδη ορατή προ του πολέμου δημοσκοπική φθορά του, παρά να επωφεληθεί μιας εθνικής και πατριωτικής συσπείρωσης που συνήθως προκύπτει όταν υπάρχει ορατός εξωτερικός εχθρός;
Μια ξεκάθαρη παλινόρθωση του Τραμπ και του τραμπικού πλέον Ρεπουμπλικανικού Κόμματος αλλά και συνολικά του τραμπισμού στις ενδιάμεσες του 2022 και στις προεδρικές του 2024 θα είναι εξίσου αν όχι πιο αποσταθεροποιητική σε παγκόσμια κλίμακα από την απόρριψη της Συνθήκης των Βερσαλιών στη Γερουσία το καλοκαίρι του 1920.
