Με το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και τον κάθετο διαχωρισμό του σύγχρονου κόσμου σε φιλελεύθερα-αποικιοκρατικά και κομμουνιστικά καθεστώτα, και ενώ οι κατεστραμμένες από τον πόλεμο χώρες ονειρεύονταν μια άλλη πραγματικότητα, μακριά από μιλιταρισμούς, φόβο και βία, στρατοκράτες πολιτικοί επιδόθηκαν στον λεγόμενο ψυχρό πόλεμο που οδήγησε σε νέες, μικρότερης κλίμακας στρατιωτικές αναμετρήσεις ισχυρών με ανίσχυρες χώρες, διαμελίζοντάς τες και αναγκάζοντάς τες να αγωνιστούν για την επανένωσή τους, κατά των αποικιοκρατών τους οποίους υπέμεναν μέχρι τότε.
Αντιμέτωποι με οργανωμένες πολεμικές επιχειρήσεις στήριξης των αποικιοκρατικών καθεστώτων εις βάρος τους, ζητούσαν την υποστήριξη των Σοβιετικών, οι οποίοι είχαν ήδη εισέλθει στην κούρσα μιλιταριστικών ανταγωνισμών υπερίσχυσης, που αναζωπύρωναν ακατάπαυστα την ιδεολογία του μίσους μεταξύ Δύσης και Ανατολής, έως ότου, χρόνια μετά, ο ολοκληρωτισμός, στον οποίο μοιραία κατέφυγε η τότε Σοβιετική Ενωση, οδηγήσει στο γκρέμισμα του Τείχους του Βερολίνου και μαζί στην καταδίκη ενός οράματος κοινοτισμού και συναδέλφωσης των λαών, που παγιδεύτηκε στο κυνήγι της στρατιωτικής και πολιτικο-οικονομικής υπερίσχυσης.
Στο 80χρονο διάστημα που μεσολάβησε μέχρι σήμερα, είδαμε βίαιους διαμελισμούς χωρών, ανά είκοσι έτη, όπως της Κορέας, του Βιετνάμ, της Κύπρου, της Γιουγκοσλαβίας, και παράλληλα δυο πολέμους στον Κόλπο κατά του Ιράκ και παρ’ ολίγον και του Ιράν, με στόχο την καταστροφή δήθεν υπαρκτών πυρηνικών όπλων που προορίζονταν για επικίνδυνες επιθέσεις κατά της Δύσης.
Οι πόλεμοι και οι αλλεπάλληλες στρατιωτικές συρράξεις ανέδειξαν και καθιέρωσαν την παραγωγή και το εμπόριο συνεχώς τελειοποιούμενων οπλικών συστημάτων ως την επικερδέστερη δραστηριότητα ακόμη και στις ευρωπαϊκές δημοκρατίες, ταγμένες πολιτικά υπέρ της ειρήνης.
Η πολιτισμένη Ευρώπη παρέβλεπε ότι πουλώντας όπλα που δημιουργούσαν ή διατηρούσαν εστίες πυρός, αλλά και απελπισίας και δυστυχίας κοντά ή μακριά από τα σύνορά της, αντί να βάζει φρένο, ήταν υποχρεωμένη να εθιστεί στην πανάρχαιη βαρβαρότητα του πολέμου, ολοένα εγγύτερα στα εδάφη της. Ούτε φάνηκε να αντιλαμβάνεται ότι με την ανοχή της σε ακροδεξιούς δορυφόρους της, άνοιγε την πόρτα σε μιλιταρισμούς που απειλούν άμεσα τις δημοκρατίες της.
Ανεχόμενη το ζοφερό παιχνίδι κατίσχυσης εις βάρος του διεθνούς δικαίου, έρχεται, τώρα, ευθέως αντιμέτωπη με τον πόλεμο των Ρώσων στη σχεδόν διαμελισμένη Ουκρανία και την απρόβλεπτα επικίνδυνη έκβασή του όχι μόνον εξαιτίας των πυρηνικών κεφαλών στο ουκρανικό έδαφός, αλλά και γιατί ο Πούτιν, ήδη αντικείμενο μίσους της κοινής γνώμης στη Δύση, λόγω του αναχρονιστικού καθεστώτος που ως «τσάρος» συντηρεί στο εσωτερικό της Ρωσίας, δεν θα εγκαταλείψει το σχέδιο ανακατάληψης της Ουκρανίας, πριν προξενήσει τις μέγιστες δυνατές καταστροφές και για τη νικήτρια Δύση.
Και αυτά, ενόσω ο Ερντογάν και οι καθεστωτικοί διάδοχοί του αφήνονται ελεύθεροι να αγοράζουν όπλα από τους Ευρωπαίους εναντίον μελών της Ε.Ε., όπως η Ελλάδα και η Κύπρος, ξεπλένοντας την αρπακτικότητα της άνομης πολιτικής τους στην κολυμβήθρα του Σιλωάμ που φαντάζει ο πόλεμος και γι’ αυτούς.
Και αντί να επεξεργαστούν ένα νέο μοντέλο ανάπτυξης που θα εξασφάλιζε μια αξιοπρεπή και ουσιαστική ευημερία στην ανθρωπότητα, οι επικίνδυνα ανώριμοι ρυθμιστές της τύχης του κόσμου δεν συνεκτιμούν τα προσωρινά και εφήμερα οφέλη της ισχύος που απολαμβάνουν, με τις τραγικές απώλειες νικητών και ηττημένων λαών. Ούτε σκέφτονται ότι τους καταδικάζουν -για πόσο ακόμη;- στον φόβο και στην απελπισία που προκαλεί η αργή εκμηδένισή τους σαν φόρος τιμής στο ανίερο παιχνίδι της αμοιβαίας εξόντωσής τους, όπως έγιναν πλέον οι πόλεμοι στον πλανήτη.
Ποιος δίνει αυτό το δικαίωμα στους επίδοξους κοσμοκράτορες να το παίζουν; Πώς εφησυχάζουν οι ταγοί του διεθνούς δικαίου;
Πώς oι διεθνείς οργανισμοί συνεννόησης των εθνών συγκαλύπτουν το καθεστώς της κατίσχυσης στο οποίο τα έθνη, αθώα, όλα, στην ανημπόρια τους ή ένοχα, όλα, στη συγκατάνευσή τους, υποχρεώνονται να υπομείνουν, διαιωνίζοντας, έτσι, τον αμείλικτο παλιμπαιδισμό που χρίζει τον πόλεμο ξανά και ξανά «πατέρα των πάντων»;
Πώς οι λαοί, ανίκανοι να διεκδικήσουν έστω και έναν από τους λόγους της ύπαρξης τους, παθητικά υπομένουν ατέλειωτες θυσίες αίματος;
Πώς μπορεί το γνωμικό «αν θέλεις την ειρήνη, προετοιμάσου για πόλεμο» στην κυνική παραλλαγή του «αν θέλεις ειρήνη, κάνε πόλεμο» να μας πηγαίνει ίσια στον όλεθρο, περιγελώντας τα συστήματα υπερελέγχου που αναπτύξαμε; Για πόσο ακόμη με τις παλινδρομήσεις της μια αθεράπευτα νευρωτική ανθρωπότητα θα καταπατά, με τη μηχανή του πολέμου, μια διεθνή τάξη συνεννοήσεων και επίπονου διαλόγου;
Σωστά ο στοχαστής Νικόλας Κάλας διείδε ότι οι συγκρούσεις που προμηνύονται θα έχουν στο εξής αιτία, όχι πλέον τους διπλούς δεσμούς αγάπης/μίσους, ειρήνης/πολέμου, κ.λπ., αλλά ωμά και απροκάλυπτα την κατάχρηση εξουσίας.
Πότε επιτέλους θα μετατοπιστεί το βάρος από τη θεία δίκη που νομιμοποιεί το δίκαιο του ισχυρότερου, σε μια ανθρώπινη δίκη που ορίζει ως προορισμό του κοσμο-ανθρώπου την εναντίωσή του στο fatum σφαγών και πολέμων;
*Ομότιμη καθηγήτρια φιλοσοφίας, συγγραφέας
