«Πρέπει πάντα να προσέχουμε να μην αγοράζουμε από ξένους περισσότερα από αυτά που τους πουλάμε, γιατί έτσι θα φτωχύνουμε και θα τους κάνουμε πλούσιους». Αυτές οι λέξεις, που γράφτηκαν το 1549 και αποδόθηκαν στον Αγγλο διπλωμάτη σερ Τόμας Σμιθ, είναι από τις πρώτες γνωστές εκφράσεις αυτού που κατέληξε να λέγεται «μερκαντιλισμός». Οι Ανταμ Σμιθ και Ντέιβιντ Ρικάρντο, που πριν από περισσότερα από 200 χρόνια απάντησαν στον μερκαντιλισμό τασσόμενοι υπέρ του ελεύθερου εμπορίου, σίγουρα δεν είχαν υπόψη τους πόσο εύθραυστο μπορεί να αποδειχτεί σε περιβάλλον παρατεταμένων κρίσεων, όπως αυτή που ζούμε σήμερα εξαιτίας της πανδημίας.
Σήμερα, οι παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού βρίσκονται σε αναστάτωση. Δεκάδες πλοία μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων περιμένουν στα μεγάλα λιμάνια σ’ ολόκληρο τον κόσμο. Ο συνωστισμός πλοίων κοντέινερ σε λιμάνια είχε αποτέλεσμα τον Νοέμβριο να παραμένουν καθηλωμένα περίπου 400 με 500 πλοία μέχρι να ξεφορτώσουν. Οι ελλείψεις σε κοντέινερ εκτόξευσαν το κόστος τους, το οποίο τετραπλασιάστηκε. Οι ελλείψεις σε προϊόντα, λόγω μειωμένης παραγωγής, σε συνδυασμό με το μεταφορικό κόστος, προκάλεσαν άλματα τιμών, ενισχύοντας τους ρυθμούς πληθωρισμού. Η παγκοσμιοποίηση αποκάλυψε ότι η εξειδίκευση, που βελτιώνει την ανταγωνιστικότητα, λειτουργεί μόνο σε συνθήκες ομαλότητας. Σε ακραίες καταστάσεις, το οικοδόμημα που χτίστηκε στη λογική της μεγιστοποίησης του κέρδους κλυδωνίζεται λόγω σύγκρουσης συμφερόντων: από τη μία οι μέτοχοι και τα «άσπρα κολάρα» και από την άλλη οι υπόλοιποι άνθρωποι. Ο βασιλιάς είναι γυμνός, αλλά κανείς δεν το παραδέχεται.
Η παγκοσμιοποίηση – ολοκλήρωση της θεωρίας του ελευθέρου εμπορίου αποδείχτηκε ότι όχι μόνο επέτρεψε την ταχεία εξάπλωση της ασθένειας, αλλά έκανε τις οικονομίες πιο ευάλωτες σε απροσδόκητους κραδασμούς. Τα κύματα αυξήσεων που πλήττουν τις αγορές, οι ελλείψεις και οι δυσλειτουργίες στις αλυσίδες εφοδιασμού, δείχνουν ότι τελικά οι δυνάμεις της αγοράς δεν είναι τόσο πάνσοφες όσο τις παρουσίαζαν.
Επί αιώνες, οι χώρες έστελναν προϊόντα στο εξωτερικό: ελιές από την Ιταλία· κρασί από την Ισπανία·, αυτοκίνητα από τη Γερμανία… Τις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες, η φύση του εμπορίου έχει μεταβληθεί ριζικά, καθώς η παγκοσμιοποίηση δημιούργησε μια διεθνή αγορά με ευέλικτες αλυσίδες εφοδιασμού. Η εξειδίκευση παρήγαγε μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα, δημιουργώντας ένα πολύπλοκο σύστημα αλληλεξάρτησης, καθώς τα συστατικά ενός προϊόντος θα μπορούσαν να κατασκευάζονται σε δεκάδες χώρες. Και καθώς η παραγωγή έγινε παγκόσμια, οι χώρες έγιναν επίσης πιο αλληλεξαρτώμενες, διότι καμία δεν μπορούσε να ελέγξει όλα τα αγαθά και τα συστατικά που χρειάζεται η οικονομία της. Ετσι, οι εθνικές οικονομίες ενσωματώθηκαν σε ένα τεράστιο παγκόσμιο δίκτυο προμηθευτών.
Οι ηγέτες του κόσμου ισχυρίζονταν ότι οι αγορές έχουν τη δύναμη να αυτοϊαθούν, αλλά οι πολυεργοστασιακές και συχνά πολυεθνικές διεργασίες παραγωγής απέδειξαν ότι πρόκειται περί δοξασίας. Στην πράξη αποδείχτηκαν πιο ευάλωτες και πιο εύθραυστες απ’ ό,τι αναμενόταν. Σε μια προγενέστερη εποχή, οι κατασκευαστές–παραγωγοί ενδέχεται να είχαν δημιουργήσει αποθέματα προμηθειών για να προστατευτούν σε μια στιγμή όπως αυτή. Ομως, στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, πολλές επιχειρήσεις συνυπογράφουν το διάσημο ρητό του Τιμ Κουκ ότι το απόθεμα είναι «θεμελιωδώς κακό». Αντί να πληρώνουν ώστε να αποθηκεύουν τα εξαρτήματα που χρειάζονται για να παράγουν ένα συγκεκριμένο προϊόν, οι εταιρείες αυτές βασίζονται σε αλυσίδες εφοδιασμού «just-in-time» («ακριβώς τη στιγμή που πρέπει») οι οποίες λειτουργούν όπως υποδηλώνει το όνομά τους. Αλλά εν μέσω μιας παγκόσμιας πανδημίας, το just-in-time μπορεί εύκολα να γίνει «πολύ αργά».
Οταν ένα κατασκευαστικό στοιχείο παράγεται αποκλειστικά σε μία χώρα ή μία περιοχή ή σε ορισμένες περιπτώσεις ακόμα και σε ένα εργοστάσιο, οι επιχειρήσεις σε όλο τον κόσμο μπορεί να βρεθούν ξαφνικά χωρίς ζωτικές εισροές. Επιπλέον, έχει δοθεί έμφαση στις λιτές τεχνικές κατασκευής, οι οποίες επιδιώκουν να μειώσουν τα αποθέματα, τους εργαζόμενους, τον χρόνο αδράνειας και τα λάθη. Επίσης, η παγκοσμιοποίηση απαιτεί μια συνεχώς αυξανόμενη εξειδίκευση της εργασίας μεταξύ των χωρών, ένα μοντέλο που δημιουργεί εξαιρετική αποτελεσματικότητα αλλά και εξαιρετικές αδυναμίες που αποκαλύπτονται όταν τα σοκ, όπως η πανδημία του Covid-19, ανατρέπουν την «κανονικότητα». Ετσι, οι μοναδικοί πάροχοι ή οι περιοχές του κόσμου που ειδικεύονται σε ένα συγκεκριμένο προϊόν μπορούν να δημιουργήσουν απροσδόκητη ευθραυστότητα, προκαλώντας τη διάλυση των αλυσίδων εφοδιασμού.
Οι οικονομικές επιπτώσεις της νέας πανδημίας του κορoνοϊού δεν πρέπει να θεωρηθούν ως ένα συνηθισμένο πρόβλημα που μπορεί να το λύσει ή να το ανακουφίσει η μακροοικονομία. Ολες οι δυσλειτουργίες που παρατηρούνται σήμερα δείχνουν ότι το μοντέλο των μετόχων είναι όχι απλώς δυσλειτουργικό, αλλά και επικίνδυνο για όλους τους υπόλοιπους. Και αντί οι ηγεσίες να αναζητούν λύσεις, επιμένουν στην ίδια συνταγή.
«Δεν υπάρχει τίποτα άλλο», επισημαίνουν κάποιοι. Και όμως χωρίς την οικονομική διαπλοκή της οικονομικής ολιγαρχίας με τις πολιτικές ελίτ, ο κόσμος θα μπορούσε να γίνει μάρτυρας μιας θεμελιώδους αλλαγής στην ίδια τη φύση της παγκόσμιας οικονομίας: μια επιστροφή στη φυσική -δηλαδή στην αυτάρκη- οικονομία. Αυτή η μετατόπιση είναι ακριβώς το αντίθετο της παγκοσμιοποίησης.
Ενώ η παγκοσμιοποίηση συνεπάγεται τον καταμερισμό της εργασίας μεταξύ διαφορετικών οικονομιών, η επιστροφή στη φυσική οικονομία σημαίνει ότι τα έθνη θα κινηθούν προς την αυτάρκεια. Σκεφτείτε ένα ακραίο παράδειγμα: ανθρώπους που μπορούν να παράξουν το φαγητό τους ή που δεν εξαρτώνται από τον ηλεκτρισμό και το νερό που παρέχεται από εταιρείες. Οι άνθρωποι αυτοί θα ήταν λιγότερο εκτεθειμένοι στον θανατηφόρο ιό, λόγω των συνθηκών αυτάρκειας. Το ίδιο ισχύει και για τις εθνικές οικονομίες. Η επιστροφή στη φυσική οικονομία θα τις καταστήσει λιγότερο ευπρόσβλητες και περισσότερο ανθεκτικές.
Οι ηγεσίες στα δυο χρόνια της πανδημίας ακολούθησαν μια αντιφατική πολιτική. Για την υγειονομική πτυχή της εξέπεμψαν το μήνυμα: «Οσο λιγότερο χρειάζεστε άλλους, τόσο ασφαλέστεροι και καλύτερα είστε». Για την αντιμετώπιση των οικονομικών συνεπειών της όμως επέμεναν στην «αλληλεξάρτηση», αγνοώντας τις συνέπειες. Σίγουρα το να περάσει μία οικονομία από την ακραία εξειδίκευση σε μία μορφής αυτάρκεια, είναι ανέφικτο. Το να αναζητηθεί όμως η χρυσή τομή είναι επιβεβλημένο.
* Δημοσιογράφος, συγγραφέας
