Για δεκαετίες μέχρι και τις αρχές του αιώνα οι διμερείς συναντήσεις κορυφής ανάμεσα στις μεγάλες δυνάμεις ήταν η επίσημη υπογραφή και επικύρωση μιας συμφωνίας αφού είχαν προηγηθεί εξαντλητικές διαπραγματεύσεις.
Κλασικά παραδείγματα, οι συναντήσεις κορυφής του Νίξον το 1972 με τον Μάο Τσε Τουνγκ και το 1973 με τον Μπρέζνιεφ που επισφράγισαν μια ανατροπή και μια διόρθωση γραμμής πλεύσης που είχε προετοιμάσει ο Κίσινγκερ.
Σήμερα τα παραπάνω δεν ισχύουν καθώς οι συναντήσεις κορυφής αποτελούν πλέον στη συντριπτική τους πλειονότητα μέρος μιας δύσκολης διμερούς διαπραγμάτευσης η οποία δεν μπορεί να επιλυθεί ούτε σε υψηλό πολιτικό επίπεδο ούτε πολύ περισσότερο σε επίπεδο εμπειρογνωμόνων.
Δύο νέα δεδομένα συνέβαλαν να πυκνώσουν τα τελευταία χρόνια οι συναντήσεις κορυφής:
-Η διεξαγωγή πολυμερών συνόδων κορυφής στο περιθώριο των οποίων μπορούν να γίνουν διμερείς συναντήσεις χαλαρές από άποψη πρωτοκόλλου και ατζέντας, έτσι ώστε να μη δίνουν εκ των προτέρων το στίγμα της σταθερότητας και της κανονικότητας.
Το ίδιο ισχύει και για τις τηλεδιασκέψεις που βρίσκονται ανάμεσα στην τηλεφωνική επικοινωνία και τη διά ζώσης συνάντηση.
Τα παραπάνω δεν σημαίνουν ότι δεν υπάρχουν αν δεν κυριαρχούν τα ανακλαστικά και οι αδράνειες του παρελθόντος σχετικά με την αξιολόγηση των συναντήσεων κορυφής.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα, οι συναντήσεις στις Βρυξέλλες και στη συνέχεια στη Ρώμη των Μπάιντεν-Ερντογάν για τις οποίες οι εκτιμήσεις κινούνταν μεταξύ της ακραίας υποβάθμισης και της υπερεκτίμησης.
Είναι βέβαιο ότι στην τηλεδιάσκεψη Μπάιντεν Πούτιν αύριο Τρίτη κανείς δεν περιμένει να λυθεί η διαμάχη Κρεμλίνου-Λευκού Οίκου για την Ουκρανία αλλά και για τις χώρες της πρώην ΕΣΣΔ συνολικά.
Παρ’ όλα τα παραπάνω οι τηλεδιασκέψεις και συναντήσεις κορυφής μπορεί μεν να έχουν χάσει τον καταλυτικό τους ρόλο, αλλά δεν είναι σε καμία περίπτωση διαπραγματεύσεις ρουτίνας.
Σήμερα αποτυπώνουν τον φόβο και την ανησυχία της Ουάσινγκτον, του Πεκίνου και της Μόσχας να μην υπάρξει ανεξέλεγκτη κλιμάκωση μιας αντιπαράθεσης λόγω παρερμηνείας των κινήσεων αλλά και της ρητορικής τής απέναντι πλευράς.
Τέλος, οι συναντήσεις και τηλεδιασκέψεις κορυφής λειτουργούν για τις δύο αντίπαλες πλευρές ως δίχτυ ασφαλείας καθώς ουδείς από τους δύο ηγέτες θέλει να χρεωθεί την ευθύνη της αναβολής τους και πολύ περισσότερο της ματαίωσής τους.
