Υπάρχει, θα μπορούσαμε να πούμε, μια βαθιά συγγένεια ανάμεσα στα εφιαλτικά όνειρα ενός ψυχωτικού που αποξενώνεται ολοένα και περισσότερο από την πραγματική ζωή του και την ανάγκη του Τραγικού και του Απόκοσμου που κυριεύει μια ολάκερη κοινωνία όταν η Ιστορία τής θέτει προβλήματα που -αντίθετα με την αισιόδοξη θεωρία του Μαρξ- δεν μπορεί να λύσει. (Κώστας Παπαϊωάννου «Μάζα και Ιστορία» )
Φτάσαμε λοιπόν ανεπαίσθητα και ειρηνικά στο τελικό στάδιο μιας επίπονης και διχαστικής πορείας από το 2009 έως σήμερα. Να δεχτούμε τους όρους των δανειστών ή όχι; Το ερώτημα είχε ποικίλες απαντήσεις έως ότου η κάλπη έβγαλε για πρώτη φορά Αριστερά. Τώρα το ερώτημα είναι προφανές: θα απαντήσουμε «όχι» στους όρους των δανειστών και θα γυρίσουμε το ρολόι στο σημείο μηδέν της ελληνικής πραγματικότητας;
Οντως το να προσβάλλεις και να υποτιμάς ένας ολόκληρο λαό είναι έγκλημα καθοσιώσεως και η πλειοψηφία των Ελλήνων θα ψηφίσει πιθανώς εναντίον των προτάσεων των «ξένων», των «δυτικών», των Ευρωπαίων. Καλώς!
Ποιο όμως είναι ακριβώς το ερώτημα, το διακύβευμα; Κάνεις δεν το είπε και δεν το βρήκε ακόμα πέρα από τις ευφυείς ατάκες και τα εθνικοπατριωτικά παραληρήματα. Υπάρχει μπροστά μας σύγκρουση και αντίφαση σκοπών και μέσων. Ο σκοπός της χώρας είναι η οικονομική προκοπή, η παραγωγή και η ανταγωνιστικότητα. Να βρουν οι άνεργοι δουλειά, να χρησιμοποιηθούν τα χιλιάδες πτυχία από πανεπιστήμια του εσωτερικού και του εξωτερικού. Να εισρεύσουν φόροι στα δημόσια ταμεία. Δυστυχώς, αυτοί οι σκοποί δεν επιτυγχάνονται με δημοψηφίσματα και πολιτικές κορόνες, με σχέδια οικονομολόγων, οι οποίοι αγνοούν την πραγματική οικονομία, την ψυχολογία της αγοράς και την κρίση του κάθε νουνεχή παραγωγού.
Οι πολιτικές ατάκες μιλούν για δημοκρατία και ευρωπαϊκό κεκτημένο, για αποφάσεις του λαού και σεβασμό της εθνικής κυριαρχίας. Κάθε μία από αυτές τις έννοιες κρύβει πίσω της μια κοινωνική πολιτική και ιστορική παρακαταθήκη και πρακτική. Αυτές ισχύουν και για την Ελλάδα αλλά και τη Γερμανία, τη Βρετανία ή την Ιταλία. Η καθολικότητα της ψήφου, η ισότητα των δικαιωμάτων, η κοινωνική δικαιοσύνη είναι επιτεύγματα της ανθρώπινης συμβίωσης, της ανάπτυξης του πνεύματος της ανθρώπινης συνεργασίας και λογικής. Αυτό όμως δεν σημαίνει πως αυτά είναι εργαλεία για την ανάταξη μιας αιμάσσουσας οικονομίας, ούτε η άγνοια του κινδύνου μιας επένδυσης ή μιας αποεπένδυσης μπορεί να αναπληρωθεί με τον ψυχισμό της άρνησης και της διαμαρτυρίας.
Ναι, η οικονομία είναι και ψυχολογία αλλά κυρίως είναι θεσμοί, νόμοι και διαδικασίες, είναι πίστη στην παραγωγή και την εξέλιξή της. Είναι κεφάλαια και εργασία. Κανείς δεν οργανώνει και διατηρεί μια εύρωστη οικονομία με ψέματα, απιστία και κλοπή. Αυτά όλα ήταν τα χαρακτηριστικά της ελληνικής οικονομίας, η οποία πια πέθανε, για να αναστηθεί μέσα από τα αιτήματα των συγκυριών τις οποίες η ελληνική κοινωνία αρνείται να κατανοήσει. Δυστυχώς το ίδιο συμβαίνει και σε μεγάλο μέρος των ευρωπαϊκών κοινωνιών, οι οποίες βυθισμένες στη νοσταλγία του ένδοξου παρελθόντος της μονοπώλησης της Ιστορίας επιμένουν στις συνήθειες και τα ήθη καιρών αλλοτινών, καιρών κυριαρχίας πάνω στην ιστορικότητα άλλων λαών και πολιτισμών.
Για την Ελλάδα ήρθε η ώρα της ανάληψης της ευθύνης των πολιτών της. Ηρθε η ώρα να κοιταχτούμε στον καθρέφτη της ψυχής μας και να ξεκαθαρίσουμε τι ακριβώς γνωρίζουμε από τον κόσμο που ζούμε. Οι ευρωπαϊστές και οι αντίθετοι τους, οι υποστηρικτές του ευρώ και οι άλλοι της δραχμής, οι της πρώτης φοράς Αριστερά, οι άβουλοι συντηρητικοί, όπως και οι ξεστρατισμένοι σοσιαλδημοκράτες είναι καιρός να βάλουν τις σκέψεις τους σε σειρά, να τις ελέγξουν κάτω από τα Καυδιανά Δίκρανα της πραγματικότητας, από την αδήριτη ανάγκη της ασφάλειας και της συνέχειας.
Η πατρίδα μας έχει ανάγκη από τα παιδιά της, που έφυγαν και φεύγουν και όχι από συνταξιούχους και απόμαχους της ζωής, από τροβαδούρους της μελαγχολίας. Η πατρίδα έχει ανάγκη από τις αποφάσεις ανθρώπων με όραμα και πυγμή, με θέληση για ζωή και δημιουργία. Δεν έχει ανάγκη από το παρελθόν, το οποίο είναι ένδοξο και βαρύτατο, για να μεταφερθεί στους ώμους αγράμματων, τεμπέληδων και κουρασμένων από τις αποτυχίες αλλοτινών καιρών.
Αυτό που ονομάζουμε οικονομική πραγματικότητα και αποτελείται από μια σειρά πολύπλοκων νοημάτων και πρακτικών υπέστη στη χώρα ανήκεστο βλάβη. Το ίδιο συνέβη και στο πολιτικό αισθητήριο των πολιτών. Η πολιτική ως μέσον επίλυσης προβλημάτων έχει τα όριά της. Κανείς δεν πρόκειται να επισκευάσει ένα χαλασμένο μοτέρ με δημοψήφισμα, κανείς δεν πρόκειται να δώσει πτυχία σε έναν ηλεκτρολόγο μηχανικό με εκλογές.
Σε εμάς η Ιστορία της Μεταπολίτευσης έθεσε προβλήματα, τα οποία για κάποιους λόγους δεν μπορέσαμε να λύσουμε. Αυτή τη στιγμή βρισκόμαστε μπροστά στο Τραγικό ως συνέχεια αυτού που απέτυχε. Κοιτάζουμε το Απόκοσμο συγκλονισμένοι από την απελπισία της σκέψης μας. Προκαλούμε και μας προκαλούν για αποφάσεις. Αν λειτουργήσει το Τραγικό ως κάθαρση και το Απόκοσμο ως αποκύημα μιας γόνιμης φαντασίας, τα όνειρα μας δεν θα είναι εφιαλτικά.
* συγγραφέας
