Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Στη συζήτηση της Βουλής για τη διεξαγωγή του δημοψηφίσματος της 5ης Ιουλίου, τα περισσότερα κόμματα της αντιπολίτευσης ισχυρίστηκαν πως η πρόταση που κατέθεσε ο πρωθυπουργός στις 22 Ιουνίου δεν διέφερε σημαντικά από εκείνην που θέλησαν να επιβάλουν με τελεσίγραφο οι δανειστές. Βάσει αυτού του σκεπτικού, πολλοί βουλευτές της αντιπολίτευσης πρότειναν το δημοψήφισμα να γίνει όχι μόνο για την πρόταση των δανειστών, αλλά και για το κείμενο των 11 σελίδων που κατέθεσε η ελληνική πλευρά, το οποίο περιείχε μέτρα και μεταρρυθμίσεις ύψους 7,9 δισ. για το 2015-16.

Η θεμελιώδης παρεξήγηση που καλλιεργεί σημαντική μερίδα των ΜΜΕ και τα κόμματα της αντιπολίτευσης είναι πως η ελληνική πρόταση συνοψίζεται ολόκληρη στο κείμενο αυτό. Στην πραγματικότητα, όμως, (και εδώ οι δανειστές υπήρξαν ειλικρινέστεροι από τους εγχώριους οπαδούς του «ναι») οι προτάσεις των 7,9 δισ. αφορούν μόνο το δημοσιονομικό σκέλος και αποτελούν ένα από τα τέσσερα μέρη ενός ευρύτερου πακέτου συμφωνίας που πρότεινε εξαρχής η ελληνική πλευρά.

Τα άλλα τρία τμήματα, τα οποία έχουν ενταφιαστεί στα ψιλά γράμματα των ειδήσεων, αφορούν δεσμεύσεις που ζητείται να πραγματοποιήσουν οι δανειστές σχετικά με ζητήματα δομικού χαρακτήρα: αναδιάρθρωση του χρέους, μεσοπρόθεσμο επενδυτικό πρόγραμμα και ρευστότητα στις τράπεζες.

Αυτό που πρέπει να αντιληφθεί ο κάθε πολίτης που θα ψηφίσει στις 5 Ιουλίου είναι ότι το ελληνικό κείμενο της 22ας Ιουνίου, το οποίο όντως περιέχει υφεσιακά μέτρα, αφορά τον λιγότερο σημαντικό πυλώνα της συμφωνίας που είναι το δημοσιονομικό. Είναι λιγότερο σημαντικό διότι τα υφεσιακά μέτρα που περιέχει αναμενόταν να αντισταθμιστούν από τις δεσμεύσεις των δανειστών στους άλλους τρεις πυλώνες που πρότεινε η ελληνική πλευρά.

Λόγου χάρη, στις 4 Ιουνίου ο κ. Γιούνκερ ανακοίνωσε την έγκριση επενδυτικού προγράμματος για την Ελλάδα ύψους 35 δισ. για την πενταετία 2015-2020. Μάλιστα, στις 19 Ιουνίου ο κ. Γιούνκερ αναρωτιόταν γιατί ο Αλέξης Τσίπρας δεν το πρόβαλε «ως επιτυχία», προσθέτοντας ότι «δεν έχει ακούσει να λέγεται τίποτα γι’ αυτό».

Πράγματι, αν αναλογιστεί κανείς ότι τα κεφάλαια του προγράμματος ισοδυναμούν με 14 δισ. ανά διετία, τότε ο συνυπολογισμός τους με τα μέτρα των 7,9 δισ. της ελληνικής πρότασης αφήνει ένα θετικό υπόλοιπο 6,1 δισ. για αναπτυξιακές επενδύσεις. Ανάλογο αντισταθμιστικό ρόλο θα είχαν και οι δεσμεύσεις για αναδιάρθρωση του χρέους και για εγγύηση ρευστότητας στις τράπεζες, γεγονός που θα επέτρεπε να ασκηθεί μέσω αυτών ακόμη πιο επεκτατική αναπτυξιακή πολιτική.

Ωστόσο, οι πραγματικοί λόγοι για τους οποίους κατέρρευσε η διαπραγμάτευση δεν είναι, όπως πολλοί νομίζουν, οι αριθμητικά μικρές διαφορές ανάμεσα στις ελληνικές προτάσεις και εκείνες των δανειστών για το δημοσιονομικό σκέλος. Αν και, βεβαίως, η περικοπή του ΕΚΑΣ και η αύξηση του ΦΠΑ στα νησιά δεν είναι ασήμαντα θέματα, αν σκεφτεί κανείς ότι θα ωθήσουν δεκάδες χιλιάδες συνταξιούχους και ημιαπασχολούμενους στη φτώχεια, εντούτοις από φοροεισπρακτική σκοπιά πρόκειται για μέτρα στα οποία μπορεί να επιτευχθεί συμβιβασμός.

Πάντως, η μεγάλη διαφορά ανάμεσα στην πρόταση της κυβέρνησης και εκείνης των δανειστών θα συνέχιζε να βρίσκεται στην έλλειψη συμφωνίας για το θέμα της αναδιάρθρωσης του χρέους και της ρευστότητας, ενώ για λόγους που ο χώρος δεν επιτρέπει να συζητηθούν, τα 35 δισ. του επενδυτικού προγράμματος φαίνεται πως δεν είναι εγγυημένα.

Ετσι, όταν την Κυριακή η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δημοσιοποίησε 10σέλιδο κείμενο που υποτίθεται ότι περιείχε τη λεγόμενη «γενναιόδωρη προσφορά» των θεσμών, αυτό πάλι δεν περιείχε σαφή δέσμευση για τις τρεις δομικές πτυχές της ελληνικής πρότασης. Απλώς, σε ένα συνοδευτικό σημείωμα, εκτός κειμένου, η Επιτροπή έλεγε: «Υπήρχε συναντίληψη… ότι η σύνοδος του Eurogroup θα επιτύγχανε μια συνολική συμφωνία… η οποία όχι μόνο θα είχε συμπεριλάβει τα μέτρα προς κοινή συμφωνία, αλλά θα κάλυπτε και τις μελλοντικές χρηματοδοτικές ανάγκες όπως και τη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους. Περιελάμβανε επίσης την υποστήριξη ενός πακέτου… για την ανάπτυξη».

Ομως ακόμη κι αν δεχτούμε ότι οι θεσμοί «συναντιλαμβάνονταν» τα παραπάνω (κάτι που η ελληνική κυβέρνηση σοβαρά αμφισβητεί), παραμένει ύποπτα ανεπαρκές το γεγονός ότι, ύστερα από 5 μήνες εντατικών διαπραγματεύσεων, το μόνο που έχει να πει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τα τρία κρίσιμα ελληνικά αιτήματα είναι πως «θα επιτύγχανε», «θα είχε» και «θα κάλυπτε». Με άλλα λόγια, η διαφορά ανάμεσα στο «ναι» και το «όχι» της 5ης Ιουλίου δεν είναι διόλου μικρή.

* Επίκουρος καθηγητής Πολιτικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο Coventry