«Εχουμε ανάγκη την τέχνη, για να μη μας σκοτώσει η αλήθεια», Νίτσε
Στην προϊστορία της ανθρώπινης εξέλιξης η εμφάνιση της τέχνης ήταν ένας από τους πολλούς παράγοντες διαμόρφωσης της συνείδησης και της σκέψης. Πολύ πριν επινοηθεί η θεραπευτική εφαρμογή της τέχνης στην ψυχοθεραπεία στα μέσα του 20ού αιώνα, είχε γίνει κοινός τόπος ότι υπάρχει σαφής σύνδεση της τέχνης με την ψυχική υγεία, τόσο σε επίπεδο δημιουργίας όσο και σε επίπεδο ερμηνείας και πρόσληψης.
Ετσι η βιβλιοθεραπεία, η δραματοθεραπεία, η μουσικοθεραπεία, η εικαστική θεραπεία έγιναν βασικά εργαλεία της θεραπευτικής διαδικασίας. Με την εφεύρεση της κινούμενης εικόνας στις αρχές του 20ού αι., ο κινηματογράφος έγινε μέρος της καθημερινής κουλτούρας ως μέσο διασκέδασης και πολύ σύντομα απέκτησε ψυχαγωγικό χαρακτήρα με τη στενή έννοια του όρου. Η σχέση κινηματογράφου και ψυχικής υγείας χρονολογείται από τις απαρχές της εφεύρεσης του μέσου, καθώς η εξελικτική του πορεία διασταυρώθηκε από νωρίς με εκείνη της ψυχανάλυσης. Το ενδιαφέρον της ψυχανάλυσης για τον κινηματογράφο ήταν κατά βάση θεωρητικό/ερμηνευτικό, ωστόσο έδωσε το έναυσμα για τη χρήση ταινιών σε ψυχοθεραπευτικό πλαίσιο.
Ο κινηματογράφος συνδυάζει μοναδικά την τεχνική (εικόνα, φωτισμός, μουσική, ήχος) με σκοπό την ανάσυρση συναισθημάτων. Μας βοηθά να καταλάβουμε καλύτερα τις ζωές μας, το περιβάλλον, τις σχέσεις μας και κάποιες φορές μάς προσδιορίζει. Η κινηματογραφοθεραπεία επομένως στοχεύει στη θεραπεία ψυχολογικών καταστάσεων, μέσω των ταινιών. Στην κινηματογραφοθεραπεία οι πελάτες για τους ψυχολόγους και οι θεατές για τους δημιουργούς μαθαίνουν να βλέπουν ταινίες ως «προσομοιώσεις» της ζωής τους. Μέσω αυτής της διαδικασίας ο δημιουργός αυτοαναλύεται με σκοπό να μεταφέρει στον δυνητικό θεατή την άποψή του για κάτι που πιθανώς θα τον βοηθήσει. Ενώ ο θεατής προσλαμβάνει την ταινία μέσω της διαδικασίας μεταβίβασης/αντιμεταβίβασης, και μέσω της ταύτισης εξελίσσεται θεραπευτικά.
Από τη μια πλευρά, λοιπόν, είναι ο σκηνοθέτης/δημιουργός και από την άλλη ο δυνητικός θεατής. Η επικοινωνία τους είναι αμφίδρομη. Συνεπώς ο πρώτος λειτουργεί σαν πομπός-ερέθισμα και επικοινωνεί με τον θεατή μέσω μιας κινηματογραφικής γλώσσας της οποίας το νόημα είναι μεν λανθάνον αλλά και επιδραστικό. Ο ψυχοθεραπευτής με τη σειρά του θα εντοπίσει τα στοιχεία αυτής της σχέσης αντιμεταβίβασης/μεταβίβασης και θα προσπαθήσει να αφήσει τους συνειρμούς ελεύθερους ώστε να τους παρατηρήσει και να τους επεξεργαστεί.
Μέσω της κινηματογραφοθεραπείας λοιπόν γίνεται κατανοητός ο ρόλος του σκηνοθέτη-δημιουργού. Ο δημιουργός ψάχνει να βρει και να ανακαλύψει νέους τρόπους έκφρασης των συναισθημάτων, αξιών και ιδεών του, με στόχο την εμβάθυνση και θεραπεία τόσο των προσωπικών του ζητημάτων όσο και των δυνητικών του θεατών. Παρ’ όλη την ιστορικότητά της, η μέθοδος της κινηματογραφοθεραπείας στην Ελλάδα βρίσκεται ακόμη σε πρώιμο στάδιο, καθώς προς τον παρόν εξαντλείται στο πλαίσιο των εναλλακτικών θεραπειών.
