Σάββατο πρωί, γύρω στις οχτώ. Ανηφορίζω τον Υμηττό, μετά την Καλοπούλα. Φτάνω στο διάσελο, που από τη μια βλέπει στον Σαρωνικό κι από την άλλη σε Πάρνηθα – Πεντέλη. Μου ξεφεύγει επιφώνημα θαυμασμού. Ο Σαρωνικός δεν διακρίνεται, ούτε η Αθήνα, και τα δυο έχουν βουλιάξει στην ομίχλη.
Αυτό είναι κάτι που, μέσες-άκρες, τόσα χρόνια που ανηφορίζω στον Υμηττό, όλο το χρόνο, όλες τις εποχές, πλην του κατακαλόκαιρου, το έχω ξαναδεί. Εχω ξαναδεί την Αθήνα, τη νοτιοανατολική, μαζί και τον Σαρωνικό να βυθίζονται στην ομίχλη, την αντάρα, όπως την έλεγαν οι παλιότεροι, και να εξαφανίζονται.
Ομίχλη όμως,… Πηλίου που να καταπίνει ολόκληρο το δυτικό Λεκανοπέδιο, από την Πειραϊκή μέχρι την Πεντέλη, έτσι που να βλέπεις από ψηλά μια απέραντη γκρίζα θάλασσα, με μόνο τις κορυφές των βουνών να ξεχωρίζουν στο βάθος, ποτέ άλλοτε δεν είδα στην Αθήνα. Ηταν κάτι το πρωτοφανές. Ομοίως, επιβλητικό. Η φύση, που όχι μόνο της αρέσει να κρύβεται, όπως έλεγε ο Ηράκλειτος, αλλά και να κρύβει! Υπάρχουν βέβαια επιστημονικοί λόγοι και εξηγήσεις του φαινομένου: ισχυροί νοτιάδες που κουβαλούν υγρασία από τη Μεσόγειο, σε συνδυασμό με υψηλές για την εποχή θερμοκρασίες, δημιουργούν ομίχλες σε στεριά και θάλασσα. Ορθολογισμός!
Παλιά, με την ομίχλη, γίνονταν και τα υπερπόντια ταξίδια επικίνδυνα. Γεννοβολούσαν θρύλους για σημεία και τέρατα, γοργόνες και τρομακτικές… φάτες μοργκάνες. Τώρα πια κανείς δεν πιστεύει στη μεταφυσική της ομίχλης. Υπάρχουν σούπερ εξελιγμένα μέσα προσανατολισμού. Πας και στα τυφλά. Εμεινε μόνο ο συμβολισμός, η μεταφορά: τοπίο στην ομίχλη, φως στην ομίχλη, ομιχλώδης κατάσταση, ομίχλη στο μυαλό…
Το πρωί του Σαββάτου, επιστρέφοντας από την… ομίχλη, σταμάτησα στο ψιλικατζίδικο για εφημερίδα. Την ίδια έπαιρνε και μία ένοικος της πολυκατοικίας. «Πώς τα βλέπεις τα πράγματα;», με ρώτησε. «Οπως τον καιρό σήμερα…», απάντησα. «Ομιχλώδη!».
