Μάλλον δεν είναι τόσο γνωστό ότι κατά τους αρχαίους επρόκειτο για κήπους «προώρου απανθήσεως και παρακμής», ακόμη κι αν ήταν τα βότανα που μεγάλωναν γρήγορα σε δοχεία και χύτρες για την τελετή των «Αδωνίων». Μόνο που σήμερα εκτός από τις «μοντέρνες» μορφές χειραγώγησης της «κοινής γνώμης» συνυφαίνονται με πρακτικές «νεοφασισμού» και κινήσεις «αντι-εμβολιαστών».
Γενικότερα, ο επιχώριος (νεο)ρατσισμός τρέφεται από το δίπολο «Ανατολή»-«Δύση», είτε επικαλείται τα «χρωμοσώματα» του ελληνικού «Γένους» είτε ιδίως τα «αρχέτυπα» του «πολιτισμού» του. Στον αντίποδα αυτής της στάσης δεν καλλιεργείται η ιδεολογική σκευή ενός μονοδιάστατου παγκοσμιοποιημένου λόγου που στρέφεται προς την ομοιομορφία και την εξαγωγή ενός κατώτατου κοινού παρονομαστή που υποβάλλουν διεθνοποιημένοι μηχανισμοί «πνευματικής τεχνολογίας» και συναφούς χειραγώγησης. Ισα ίσα οι δύο αυτές μορφές πρόσκτησης της σημερινής πραγματικότητας έχουν συμπληρωματική λειτουργία και απέναντί τους έχουν, ως κοινή αντίθεση, ένα πνεύμα συγκεκριμένης ανάδειξης των ετεροτήτων, χωρίς τη διολίσθηση σε σκοπιμότητες ενός αφελούς ηγεμονισμού στην αποτύπωση πολιτισμικών φαινομένων.
Πέρα από τη ρητορεία της «ταυτότητας», των μικρόκοσμων ή των μεγάκοσμων, κατατίθενται και διεκδικούνται τα δικαιώματα των πολιτιστικών μειονοτήτων και πρώτιστα της ίδιας της πολιτιστικής δημιουργίας. Η τελευταία μάλιστα δεν εκλαμβάνεται ως αγωγός μεταβίβασης συναφών «αγαθών» που αποκλείει τους αυτοσχεδιασμούς, την ενεργό πρόσληψη και διάχυση καθώς και την ποικιλία μορφών «συγκρητισμού» ή «υβριδιακών» πλαισιώσεων.
Το δίπολο «Ανατολή»-«Δύση», με καθορισμένες κοινωνικές και πολιτικές συνεπαγωγές, μορφοποιείται κατά τη σύγκρουση, λίγο πριν από την Αλωση, των «ανθενωτικών» του Γεννάδιου Σχολάριου με τους «ενωτικούς» του Παλαιολόγου. Αναπαράγεται κατά την περίοδο του Διαφωτισμού, όταν οι «μαινόμενοι αντιφιλόσοφοι» προπηλακίζουν τη δυτική σκέψη σαν «ξυλοσοφία» και «φιλοζοφία» και λιθοβολούν «απανθρώπως την φιλοσοφίαν, διά να της εμποδίσωσι την είσοδον εις την Ελλάδα» (Κοραής, Στοχασμοί αυτοσχέδιοι, Β΄ και Δ΄). Πρωτεργάτης των «σκοτιστήρων» εμφανίζεται ο Αθανάσιος Πάριος, που διατείνεται ότι η «Μαθηματική ήτο πηγή αθεΐας, της οποίας πρώτον αποτέλεσμα ήτο η κατάλυσις της νηστείας» (Κούμας, Ιστορίαι των ανθρωπίνων πράξεων, ΙΒ’). Με διαδοχικές μεταπλάσεις σχηματίστηκε ο σκληρός πυρήνας ρεύματος «πολιτικής θεολογίας», ως συνθέματος μεταφυσικής και πολιτικής.
Οι θιασώτες αυτού του ρεύματος, με ράσο ή με τζιν, συλλαμβάνουν την «Ανατολή» και τη «Δύση» σαν ένα αντιθετικό ζεύγος μεταφυσικών οπτασιών που υπερβαίνουν την Ιστορία και επομένως δεν υπόκεινται στην ιστορική έρευνα των συγκεκριμένων συνθηκών γένεσής τους. Οπως γράφτηκε στο περιοδικό «Σύναξη», το «Σχίσμα μεταξύ Ανατολής και Δύσης σημαίνει ένα τεράστιο ρήγμα στα σωθικά του ανθρώπινου όντος» και προκαλεί μια «κορυφαία μετατόπιση: από το γύρισμα του ανθρώπου κατά τη μεριά του Θεού, στο γύρισμα του ανθρώπου προς τον άνθρωπο» (1983).
Οι κήρυκες αυτής της «πολιτικής θεολογίας», με πανάκριβα χρυσοποίκιλτα άμφια ή με ατημέλητα μπλουζάκια λακόστ, τρέφονται από έναν πλατωνισμό της Ιστορίας όταν κάνουν λόγο για «Ορθοδοξία», χωρίς να εξηγούν πότε και πού προβλήθηκαν οι αφορισμοί και τα χωρία που επικαλούνται και τι συγκεκριμένες ανάγκες ικανοποιούσαν.
Με προφανή την εκλεκτική διάθεση χρησιμοποιούνται περικοπές της «αποφατικής» θεολογίας, από τον Ισαάκ και τον Εφραίμ τον Σύρο ώς τον Γρηγόριο Παλαμά και τον Νικόλαο Καβάσιλα, με συνακόλουθη την αποσιώπηση της στάσης που κράτησε η πρωτοχριστιανική εκκλησία στο θέμα της ιδιοκτησίας και του πλούτου. Με αυτές ακριβώς τις θεωρητικές προδιαγραφές τελείται και η πρόσβαση στη σημερινή πραγματικότητα του τόπου που λαμβάνει την ετικέτα της «ιδιοπροσωπίας του Νέου Ελληνισμού». Ανεξάρτητα από τις ωσμώσεις της «δυτικής» (και όχι της «ανατολικής») Μεταφυσικής σε μια τέτοια θεώρηση, προβάλλεται η «ελληνικότητα» ως η «ιστορική σάρκα της εκκλησιαστικής Ορθοδοξίας» και η ίδια η «Ελλάδα» ως «μια προσωπική εύρεση και ένταξη στην οργανική συνέχεια εκείνης της ιστορικής εμπειρίας που διασώζει τις αμεσότερες προσβάσεις στο γεγονός της σωτηρίας του ανθρώπου».
Οσοι διαγκωνίζονται ποιος θα εκφράσει καλύτερα την «καρδιά ενός άκαρδου κόσμου και την ψυχή των άψυχων καταστάσεων» έχουν στο στόχαστρο τους θεσμούς της πολιτικής δημοκρατίας και αποσκοπούν, ρητά ή όχι, στον περιορισμό της δραστικότητάς τους και όχι στη διεύρυνσή τους. Μια νέα «Δεξιά» αναδύεται, με την ίδια βέβαια κατάφαση των θεσμών της «αγοραφοβίας», όσων δηλαδή «νομιμοποιούν» τους εξουσιαστικούς μηχανισμούς της κοινωνίας με επίκεντρο την «αγορά» ως σύμφυση του οικονομικού, πολιτικού και ιδεολογικού πεδίου κατά την (ανα)παραγωγή των κοινωνικών ανισοτήτων και διακρίσεων. Πώς όμως θα δραστηριοποιηθεί ένας εναλλακτικός κοινωνικός πυρήνας αντίστασης στη θεσμοποιημένη διαδικασία διάχυσης του αγοραφοβικού λόγου και της οικείας πρακτικής; Δεν θα καταφύγουμε στον άμβωνα, μέσα ή έξω από τους ναούς, για να λάβουμε τον «χρησμό» ή το «χρίσμα».
*Ομότιμος καθηγητής Κοινωνικής και Πολιτικής Φιλοσοφίας του Παν/μίου Ιωαννίνων
