Ισως κάποιοι να νανουρίστηκαν με το τραγούδι: «Μαρέ γιε μου κανακάρη / ποια γυναίκα θα σε πάρει, μαρέ γιε. / Ποια κυρά και ποια μαντόνα / θα σου πλένει τη σεντόνα». Ή να το τραγούδησαν κάνοντας κούνια, καθώς αναφέρεται και ως τραγούδι της κούνιας. Το θυμήθηκα βλέποντας, τυχαία, ένα τηλεπαιχνίδι· όπου ένας νέος άντρας και δέκα(;) κοπέλες συναντιούνται, κάνουν παρέα, φλερτάρουν, χαριεντίζονται και δεν ξέρω τι άλλο μπορεί να κάνουν στον χρόνο του παιχνιδιού. Ο άντρας, αν αντιλήφθηκα καλά, είναι σχεδιασμένο να βγαίνει ραντεβού, εκ περιτροπής, με όλες τις κοπέλες. Και στο τέλος θα ταιριάξει, θα επιλέξει, θα του τύχει μια μαντόνα, για «να του πλένει τη σεντόνα». Και θα ζήσουν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.
Από τις εφημερίδες μαθαίνουμε ότι γυναίκες, άντρες, γυναικείες οργανώσεις και άλλοι συλλογικοί φορείς διαμαρτύρονται για την ύπαρξη του παιχνιδιού και για τη συνέχισή του. Το γιατί, μάλλον δεν χρειάζεται, ως αυτονόητο σε πολλούς, να ειπωθεί. Ισως μπορούμε να πούμε ότι διακρίνουμε, εν σπέρματι και ασυναίσθητα(;), μια διπλή ζωώδη κατάσταση και λειτουργία. Ενα κοπάδι στη φύση πώς λειτουργεί; Χρειάζεται παρατήρηση, εν προκειμένω παρακολούθηση του τηλεπαιχνιδιού· αλλά υπάρχουν κι ατομικά όρια.
Θυμήθηκα ένα απόσπασμα από το διήγημα του Στρατή Αναστασέλλη, «Τ’ ανήθικα». Τον έστειλε ο πατέρας του να πάει τη μικρή κατσίκα τους στον τράγο, έτσι ώστε να την καταστήσει έγκυο. Αυτή ήταν μια γνωστή διαδικασία σ’ όσους έχουν ζήσει σε χωριό. Κάποιος είχε στην ιδιοκτησία έναν τράγο και οι χωριανοί πήγαιναν τις κατσίκες τους για να αποκτήσουν κατσικάκια. Γράφει ο Αναστασέλλης, με το ιδιαίτερο, σκωπτικό ύφος του: «Ο τράγος, κοκκινότριχος, γεροδεμένα πόδια, σκορπούσε την αψιά τραγίλα του και φλόμωνε τον αγέρα. Αναδίπλωνε τα ρουθούνια του σα να ρουφούσε ταμπάκο τον καυλωμένο αγέρα, αργοπερπάταγε εφέδικα με σιγουριά στη γοητεία του. Κάποτε γύρισε στη μαξέλα μας, τη μύρισε, ανασήκωσε το πανωχείλι του και φρούμαξε. Σα να μην τη βρήκε της αρεσιάς του, την παράτησε. Κι ήταν η μαξέλα μια χρονιάρα κατσικούλα “χ’μέρ”, σα να λέμε δεσποινίς κατσίκα. Μπροστά της οι άλλες σα μισότριβες νοικοκυρές, που μοιράζουν τις μέρες τους σε κηρύγματα, ξωκλήσια και λάτρα της φαμίλιας. Μα κι ο τράγος πού να ’βρει άκρη μες σ’ ένα κοπάδι μπαμπακιές, πιτσιλές, ρούσες, ψαρές, κεραβλές και κούτλες;».
Τι λέτε, δεν θα μπορούσε να γυριστεί μια ταινία μικρού μήκους στην αγροτική φύση; Με πρωταγωνιστές τον τράγο, το «χ’μερ», τη μικρή κατσίκα και τις άλλες κατσίκες των συγχωριανών του Στρατή. Πώς γυρίζεται τηλεπαιχνίδι, ερωτικού περιεχομένου, με δέκα νύφες κι έναν γαμπρό;
* συγγραφέας, διδάκτορας Πολιτισμικής Τεχνολογίας και Επικοινωνίας
