Εγιναν οι εκλογές στη Γερμανία και θα ήθελα να επισημάνω δύο σημεία: το πρώτο, ότι λειτούργησαν για μια ακόμη φορά οι κοινοβουλευτικές διαδικασίες (εξάλλου αυτές λειτουργούν από το 1949, οπότε και ιδρύθηκε η μεταπολεμική δημοκρατική Γερμανία, όπως και η ανατολική γερμανική εκδοχή της) και η περιγραφική διαπίστωση τονίζει ότι η αντιπροσωπευτική δημοκρατία ως πολιτική μορφή ζωής έφτασε στα ιστορικά όριά της. Το ίδιο ισχύει και για τη γερμανική δημοκρατία ως υπόθεση των πολιτικών κομμάτων.
Το δεύτερο σημείο της ανάλυσής μου έχει ως εξής: η διαδικασία της αντιπροσώπευσης (του κοινοβουλευτισμού τελικά), ως τυπική διαδικασία, συνδέεται με τις κοινωνικές τάξεις και τα συμφέροντά τους. Αλλά στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, κατά την οποία τα συμφέροντα των κοινωνικών τάξεων διαφοροποιούνται, ποιος αντιπρόσωπος στην εκλογική διαδικασία μπορεί να σηκώσει το βάρος της «έκφρασης» της «αντιπροσώπευσης» στο επίπεδο του κοινωνικού συνόλου;
Στις γερμανικές εκλογές έγινε κάτι το οποίο δεν ήθελα να γίνει: ο θεσμός της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας έφτασε στα όριά του ύστερα από διακόσια τόσα χρόνια. Αυτός ο τύπος δημοκρατίας για τον οποίο εργαστήκαμε και κάναμε δημοκρατικούς αγώνες και στην Ελλάδα και σ’ όλες τις κοινωνίες της οικουμένης κλυδωνίζεται. Η Γερμανία «μεταμορφώνεται» σταδιακά σε μια «μετέωρη χώρα» και η αντιπροσωπευτική δημοκρατία ενταφιάζει τον εαυτό της. Αυτά είναι τα μείζονα θεωρητικο-πολιτικά συμπεράσματά μου από τις πρόσφατες γερμανικές εκλογές.
*καθηγητής Πολιτικής Φιλοσοφίας στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης
