Κωστής Καζαμιάκης 1*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Όλοι οι άνθρωποι έχουν την ανάγκη των θεών. γ` 48.

Την ώρια λίμνη  αφήνοντας ανέτειλε ο ήλιος

που φερε φως για τους θεούς, φως  και για τους ανθρώπους

φως έφερε στον ουρανό χρυσόχαλκο τον βάφει,

φως ρίχνει στη μητέρα γη  γρήγορα να καρπίσει.

Φτάσανε με το πρώτο φως στην Πύλο του Νηλέα,

ώρα που πρόσφερε  ο λαός θυσία στ’ ακρογιάλι, 

στον Ποσειδώνα πρόσφεραν στον γλαυκομάλλη Σείστη,

δεκάδες ταύρους μελανούς  να τον καλοκαρδίσουν.

Την ίδια ώρα έφτασε το όμορφο καράβι.

Οι ναύτες μάζεψαν πανιά και δέσανε το πλοίο.

Πρώτη επάτησε στη γη η λαμπερή Παλλάδα

και είπε του Τηλέμαχου: Τηλέμαχε γενναίε

σύρε να βρεις το Νέστορα να μάθεις όσα ξέρει.

Και ζήτησε του, να σου πει την καθαρή αλήθεια,

για τον πατέρα σου αν ζει, ή πέθανε στα ξένα.

«Πώς να κινήσω, Μέντορα, πώς να τον χαιρετήσω;

Ο Λόγος μου είναι λειψός για το σοφό το γέρο.»

Θα σε φωτίσουν οι θεοί τ’ απάντησε η Παλλάδα· 

Βρήκαν το γέρο Νέστορα να είναι με τους γιους του.

αυτοί τους ξένους είδανε, και με χαρά τους φτάνουν,

αφού τους καλωσόρισαν, ο πρώτος γιος του γέρου

από το χέρι τους κρατά και τους προσφέρει θέση,

κρασί και κρέας τους κερνά και της Παλλάδας λέει:

Ξένε δεήσου και εσύ στον μέγα Ποσειδώνα,

που σε θυσία έτυχε, δική του να φανείτε.

Στη Γη μητέρα στάλαξε απ` το χρυσό ποτήρι,

στο νέο δώσε έπειτα  κι αυτός χοή να κάνει.

 Χάρηκε η θεά Αθηνά με τον γλυκό του τρόπο,

 που πρώτα σ` αυτήν πρόσφερε τ’ ολόχρυσο ποτήρι.

Η  Αθηνά δεήθηκε στον Ποσειδώνα κι είπε·

«Δώσε στο γέρο Νέστορα, στα τέκνα, στο λαό του,

τιμές και δόξα, αντίδωρο, τέτοιας λαμπρής θυσίας.

Βοήθα τον Τηλέμαχο κι εμένα, στην Ιθάκη

πάλι να επιστρέψουμε, σαν μάθουμε όσα πρέπει».

Έδωσε στον Τηλέμαχο την χρυσαφένια κούπα,

κι αυτός να κάνει δέηση στον μέγα Ποσειδώνα.

Το φαγητό χορτάσανε και το κρασί χαρήκαν,

μετά ο Νέστωρ ο σοφός τους ρώτησε ποιοι είναι,

από ποια χώρα έρχονται και ποια ανάγκη έχουν.

 Ο σοβαρός Τηλέμαχος του μίλησε με θάρρος

που του δωσε η Αθηνά, τον Λόγο να αρθρώσει:

«Αχ! τον αγαπημένο μου πατέρα εγώ ψάχνω

Νέστορα του Νηλέα γιέ και γητευτή αλόγων,

πες μου για τον πατέρα μου, τον ξακουστό Οδυσσέα

τον σύντροφο σου, τον πιστό στην άλωση της Τροίας.

Πες μου ζει ή σκοτώθηκε, μήπως τον πήρε κύμα»;

«Άκου καλέ Τηλέμαχε γιέ του καλού μου φίλου.

Πρώτα τιμή για τους νεκρούς εγώ θα αποδώσω:

Αίας, Αχιλλέας, Πάτροκλος, Αντίλοχος και άλλοι

στην Τροία σκοτωθήκανε, ας είναι αναπαυμένοι.

Τα βάσανα ατέλειωτα, τα πάθη μας χιλιάδες.

Κανείς σαν τον πατέρα σου, σε γνώση και ιδέες,

κανένας δεν τον έφτανε στα στρατηγήματα του.

Και τώρα στέκω δίπλα σου, με θαυμασμό μεγάλο,

για τον σταράτο Λόγο σου, κι είσαι παιδί ακόμα.

Μάθε με τον πατέρα σου σ` όλες τις συνελεύσεις,

την ίδια γνώμη είχαμε σε όλα του πολέμου.

Για των Ελλήνων το καλό παλεύαμε κι οι δυο μας.

Την Τροία αφού αλώσαμε, το κάστρο του Πριάμου,

πολλοί  το δρόμο πήραμε για τη γλυκιά πατρίδα.

Μέσα στα ξημερώματα σαλτάραμε στα πλοία,

με όλα μας τα λάφυρα και τις γλυκές κοπέλες.

Φύγαμε μόνο οι μισοί,  άλλοι μισοί στην Τροία,

όπου ο Αγαμέμνονας πολλές θυσίες κάνει.

Πρώτος σταθμός η Τένεδος να κάνουμε θυσία,

να μαλακώσουν οι θεοί και να μας βοηθήσουν.

Του Δία όμως οι βουλές π` ορίζουν τους ανθρώπους

κάνανε τον πατέρα σου στην Τροία να γυρίσει,

να βρει τον Αγαμέμνονα τον αρχηγό τον μέγα.

Τον Οδυσσέα τον τρανό ποτέ μου δεν ξανάδα.

Εγώ και ο Μενέλαος, Διομήδης, Φιλοκτήτης,

ο κρητικός Ιδομενεύς κι άλλοι πολλοί μαζί μας

το δρόμο τον θαλασσινό πήραμε για Ελλάδα.

Με θεϊκή βοήθεια φτάσαμε στην πατρίδα

ευνοϊκοί και ούριοι αγέρηδες φυσούσαν.

Στην Πύλο ξαναγύρισα που τόσο μου `χε λείψει.

Έμαθα πως το σπίτι σας πολιορκούν Μνηστήρες,

τρώνε και πίνουν και γλεντούν, τη μάνα σου ζητάνε.

Τα θάρρη σου στην Αθηνά να έχεις νεαρέ μου,

η ίδια τον πατέρα σου προστάτευε στην Τροία.

Τηλέμαχε, Σπάρτη να πας, μήπως εκεί γνωρίζουν

για τον πατέρα σου να πουν, κάτι που εγώ δεν ξέρω.

Μάθε απ` τον ξανθόμαλλο Μενέλαο όσα ξέρει

γιατί κι αυτός πλανήθηκε χρόνια πολλά στα ξένα».

Η Αθηνά από Μέντορας, χρυσαετός εγίνη

και στα ουράνια πέταξε με τις πνοές τ` ανέμου.

Ο κόσμος αναρίγησε με της θεάς το θαύμα

κι ο γέρο Νέστωρ ο σοφός με ευλάβεια μιλάει:

«Τηλέμαχε ανίκητε με την Παλλάδα δίπλα,

θα σε στηρίζει όπου κι αν πας και ότι και να κάνεις».

Σαν φάγανε και ήπιανε και στάξαν τις χοές τους,

δώσανε στον Τηλέμαχο βασιλικό κοιτώνα

 κρεβάτι αναπαυτικό με όμορφα στρωσίδια.

Σαν φάνη η ροδοδάχτυλη η πρωινή αυγούλα

βγήκε ο Νέστωρ στην αυλή όπως παλιά ο Νηλέας.

Στην ίδια θέση κάθισε που κάθιζε κι ο κύρης.

Γύρω τριγύρω κάθισαν όλα του τα αγόρια,

Ο Στράτης και ο Άρητος, Περσέας, Θρασυμήδης,

Εχέφρος και Πεισίστρατος με σεβασμό μεγάλο.

Μαζί τους κι ο Τηλέμαχος ο ακριβός τους ξένος.

«Παιδιά μου, ακούστε με καλά, πρέπει να σας μιλήσω.

Τιμές θα αποδώσουμε στην Αθηνά Παλλάδα

που τόσο μας ετίμησε με την φανέρωση της.

Να φέρει ένας σας εδώ, θρεμμένο μοσχαράκι,

και ένας άλλος από σας να πάει στο λιμάνι,

στο πλοίο του Τηλέμαχου τους ναυτικούς να φέρει

όλοι εδώ να φτάσουνε, και μόνο δυό να μείνουν

το πλοίο να φροντίζουνε ζημιά καμιά μην πάθει.

Ένας ακόμα από σας να βρει τον χρυσοχόο

του μοσχαριού τα κέρατα να τα επιχρυσώσει.

Οι άλλοι μείνετε εδώ πολλές δουλειές ζυγώνουν.

Τραπέζι εμείς αρχοντικό θα στρώσουμε στο σπίτι.

Φέρτε εδώ κρύο νερό, ξύλα, πολλές καρέκλες,

Α! να το βόδι έφτασε,  φτάσανε και οι ναύτες,

έφτασε κι ο Λαέρκης μας ο πρώτος χρυσοχόος

με όλα του τα σύνεργα τσιμπίδα και αμόνι.

Μα νάτη και η Αθηνά στο θεϊκό της χρόνο.».

Ο Νέστορας ο γητευτής των άγριων αλόγων

έδωσε τα μαλάματα στον άξιο χρυσοχόο

κι αυτός με τέχνη περισσή τα κέρατα χρυσώνει,

να ευφρανθεί η Αθηνά για το σεβάσμιο τάμα.

Το μπάνιο του Τηλέμαχου φρόντισε η Πολυκάστη,

του Νέστορα στερνό παιδί ευγενική κι ωραία.

Καινούργια ρούχα του δωσε ομορφοκεντημένα,

ίδιος μ` αθάνατο θεό  βγήκε απ` το λουτρό του

και κάθισε πολύ κοντά στο βασιλιά της Πύλου.

Σφαγή του ζώου, ψήσιμο και ιερή θυσία,

έγιναν όπως όριζε η πίστη των ανθρώπων.

Να ευφρανθούνε οι θεοί κι όλοι οι θνητοί της Πύλου.  

Ο Νέστορας ο γητευτής των άγριων αλόγων

είπε να ζέψουν άλογα σε άμαξα μεγάλη

να πάει ο Τηλέμαχος στην ξακουσμένη Σπάρτη.

Κρασί, νερό και τρόφιμα του δώσαν για το δρόμο.

Ανέβηκε ο Τηλέμαχος στην άμαξα αμέσως,

μαζί του ο Πεισίστρατος πολεμιστής γενναίος.

Τρέχανε σαν να πέταγαν τ` άλογα προς τη Σπάρτη,

αφήνοντας ξοπίσω τους την όμορφη την Πύλο.

Όταν ο ήλιος έδυσε κι οι δρόμοι σκοτεινιάσαν

φτάσανε μέσα στη Φηρή στου Διοκλή το σπίτι

αυτός  τους φιλοξένησε τη νύχτα να περάσουν.

Όταν εφάνη η Αυγή στερνό παιδί της Νύχτας

Οι νέοι πήρανε ξανά το δρόμο για τη Σπάρτη.

γρήγορα  φτάσαν με χαρά σε κάμπο οργωμένο

κι εκεί το δρόμο τέλειωσαν μ` άλογα που πετούσαν.

Σε λίγο ο ήλιος έδυσε κι οι δρόμοι σκοτεινιάσαν.

 O Τηλέμαχος, η Αθηνά/Μέντορας με τους είκοσι νεαρούς ναύτες αφήνουν πίσω τους τα βαθυγάλανα νερά και φτάνουν στην Πύλο. Μόλις χαράζει η μέρα, την ώρα που η ροδοδάχτυλη Αυγή βάφει τον ουρανό με χρυσά, πορφυρά και ρόδινα χρώματα. Ο  βασιλιάς Νέστορας με όλο τον λαό της Πύλου προσφέρει θυσία- εκατόμβη στον Ποσειδώνα. Θυσιάζουν δεκάδες μαύρους ταύρους, εκεί, στο ακρογιάλι που δένουν το πλοίο τους οι ναύτες του Τηλέμαχου. Ο βασιλιάς της Πύλου Νέστωρ, οι γιοι του και ο λαός της Πύλου υποδέχονται με χαρά τους δύο ξένους, τον Τηλέμαχο και την Αθηνά- Μέντορα. Αφού ο Νέστωρ και οι άλλοι μαθαίνουν ποιοι είναι οι ξένοι, ο σοφός Νέστωρ ανταποκρίνεται στο αίτημα του Τηλέμαχου να του μιλήσει για την τύχη του Οδυσσέα, μετά την άλωση της Τροίας. Ο Νέστορας θυμάται πρώτα τους νεκρούς συντρόφους που έπεσαν στην ιερή Τροία όπως οι Αίας, Αχιλλέας, Πάτροκλος, Αντίλοχος και άλλοι, αναφέρεται έπειτα στα πάθη και στα βάσανα που πέρασαν. Λέει στον Τηλέμαχο ότι μετά την αναχώρηση του από την Τροία για την Πύλο δεν είδε ξανά τον Οδυσσέα με τον οποίο είχαν στενή φιλία και συμφωνούσαν σε όλα τα κρίσιμα θέματα του πολέμου. Μιλάει ακόμα για τους Αχαιούς που έφτασαν στις πατρίδες του όπως ο Αγαμέμνων, ο Μενέλαος, ο Διομήδης, ο Φιλοκτήτης, Ιδομενέας, οι Μυρμιδόνες και άλλοι.

Ο Νέστωρ συμβουλεύει τον Τηλέμαχο να αντιμετωπίσει τους μνηστήρες με τη βοήθεια της Αθηνάς. Με συνοδό το γιο του Νέστορα, Πεισίστρατο, ο Τηλέμαχος αναχωρεί την επόμενη  πρωί-πρωί, με άρμα για τη Σπάρτη.

-Η γ` ραψωδία αρχίζει με μια ανατολή  και τελειώνει με μια δύση λίγες μέρες μετά.

– Ο Όμηρος περιγράφει αναλυτικά στην αρχή της β` ραψωδίας, μια μεγάλη θυσία-εκατόμβη μαύρων ταύρων. Η θυσία γίνεται προς τιμήν του κυανοχαίτη- θαλασσομάλλη Ποσειδώνα θεού των θαλασσών και των σεισμών. Ο τόπος της τελετουργικής θυσίας ήταν το ακρογιάλι της Πύλου εκεί που την ίδια ώρα, πρωί-πρωί, έφτανε το καράβι με τον Τηλέμαχο, την Αθηνά-Μέντορα και τους είκοσι ναύτες. Η θυσία πραγματοποιήθηκε με ακριβή σχεδιασμό και χωροθεσία. Ήταν χωρισμένη σε εννιά έδρες η μια δίπλα στην άλλη εκεί στο ακρογιάλι όπου άρχιζε η θαλάσσια επικράτεια του Ποσειδώνα. Ο ποιητής εδώ αποκαλεί τον θεό της θάλασσας, Ενοσίχθωνα ως θεό υπεύθυνο για τους σεισμούς  γι` αυτό και Γαιοσείστης ή Ενοσίγαιος.

Η μεγάλη θυσία πραγματοποιείται σε εννέα θέσεις, η μια δίπλα στην άλλη, στο ακρογιάλι. Σε κάθε θέση υπήρχαν πεντακόσιοι άνδρες και εννέα μαύροι ταύροι για τη θυσία.

Στο τέλος της γ` ραψωδίας ο Νέστωρ κάνει ακόμα μια θυσία, στην αυλή του ανακτόρου του. Στη θυσία αυτή θυσιάζουν ένα θρεμμένο δαμάλι του οποίου επιχρυσώνουν τα κέρατα για τα προσφέρουν τάμα στην Αθηνά. Η σειρά των τελετουργικών σταδίων της θυσίας περιγράφεται με μαεστρία από τον ποιητή:

Φέρτε εδώ κρύο νερό, ξύλα, πολλές καρέκλες,

 να το δαμάλι  έφτασε,  φτάσανε και οι ναύτες,

έφτασε κι ο Λαέρκης μας ο πρώτος χρυσοχόος

με όλα του τα σύνεργα τσιμπίδα και αμόνι.

Μα νάτη και η Αθηνά στο θεϊκό της χρόνο».

Γίνονται από τους ανθρώπους όλα τα τελετουργικά αλλά και τα πρακτικά της θυσίας και στο τέλος έχουμε την θεία εμφάνιση, την επιφάνεια της θεάς.

-Η Αθηνά προσεύχεται στον μεγάλο θεό Ποσειδώνα δείχνοντας  σεβασμό στη θεϊκή ιεραρχία.

Ζητά από τον Ποσειδώνα τιμές και προστασία για τον Νέστορα, την οικογένεια του και τον λαό της Πύλου. Η σεμνή θεά ζητά έπειτα από τον μεγάλο θεό, που ορίζει τις θάλασσες και τους σεισμούς, να συμπαρασταθεί στον Τηλέμαχο και στην ίδια, για το ταξίδι της επιστροφής στην Ιθάκη. γ` 55-62.

– Η φιλοξενία σε πρώτο πλάνο: Όπως στη ραψωδία α` ο Τηλέμαχος υποδέχεται στην Ιθάκη, με σεβασμό, αγάπη και φροντίδα, τον Μέντη- Αθηνά έτσι και εδώ στη γ` ραψωδία ο Νέστωρ και οι γιοι του υποδέχονται και φιλοξενούν με υποδειγματικό τρόπο τον Τηλέμαχο και τον Μέντορα-Αθηνά.

Στο τέλος, λίγο πριν τη Σπάρτη, ο Τηλέμαχος και ο Πεισίστρατος φιλοξενούνται για μια βραδιά στου Διοκλή το σπίτι.

-Η Αθηνά από Μέντης στην α` ραψωδία, μεταμορφώνεται σε Μέντορα και έπειτα σε αετό.

Ο Μέντης και ο Μέντορας είναι σοφοί άνδρες αλλά και η Αθηνά είναι θεά της σοφίας. Ο αετός είναι το ιερό πουλί του πατέρα της Δία.

-Ο Νέστωρ λέει στον Τηλέμαχο ότι με τον Οδυσσέα συμφωνούσαν πάντοτε στις συνελεύσεις των Αχαιών για θέματα στρατηγικής. Αυτό σε αντιδιαστολή με τις συνεχείς και έντονες διαφωνίες των υπολοίπων.

– Η γ` ραψωδία της Οδύσσειας έχει 497 στίχους. Το κείμενο που παρουσιάζω εδώ έχει περίπου 170 στίχους και αποτελεί μεταγραφική ανάπλαση του αρχαίου κειμένου και όλων των μεταφράσεων που έχουν γίνει. Κράτησα τη ροή και το ύφος καθώς και όλα τα κομβικά γεγονότα.

 -Ζεὺς δ’ οὔ πω μήδετο νόστον,  Μα γυρισμό δεν έγραφε για μας ακόμα ο Δίας, Οδύσσεις, γ`160.

-Πάντες δε θεών χατέουσ` άνθρωποι. Όλοι οι άνθρωποι έχουν ανάγκη τους θεούς. Οδύσσεια, γ`48.

1*. Αρχιτέκτων. Ιστορικός Αρχιτεκτονικής. Ιστορικός Τέχνης.

2*. Αφιερωμένο στον πολύτροπο φίλο μου Δημήτρη Διαμαντόπουλο.