«Γρήγορα η ώρα πέρασε, γρήγορα η ώρα πέρασε, μεσάνυχτα κοντεύουν»… να ήξερε η Σαπφώ, να ήξερε ο Ηρώδης, όταν εκείνη έγραφε τους στίχους, κι όταν εκείνος έχτιζε το Ηρώδειο, πως εκατοντάδες χρόνια μετά, στον μυστηριακό αρχαίο τόπο της Ακρόπολης οι άνθρωποι του μέλλοντος θα έβρισκαν παρηγοριά στην τέχνη επειδή υπήρξαν εκείνοι; Να ήξεραν πως μεσούσης μιας πανδημίας, με μάσκες στο πρόσωπο, θα τραγουδούσαν για τον Ερωτα που βάσανα μοιράζει και παραμύθια πλάθει; Αρκετοί από μας βούρκωσαν στις πρώτες νότες, κοιτάξαμε με δέος την Ακρόπολη που έστεκε σαν φάρος ελπίδας πάνω από το θέατρο θυμίζοντας πως η ανθρωπότητα και η χώρα μας πέρασε πολλά δεινά αλλά εξακολουθεί να στέκεται και να αντιστέκεται στις συμφορές σαν ηρωίδα αρχαίας τραγωδίας.
Οι ήρωες της παράστασης, απλοί καθημερινοί άνθρωποι, αγνοούμε πράγματα που γνωρίζουν οι ηγέτες του πλανήτη και τούτο είναι μια ειρωνεία τραγική. Κι όμως, εκ των αέλπτων η χαρά μείζων βροτοίς, παίρνουν μεγάλη χαρά οι άνθρωποι από τα καλά που συμβαίνουν χωρίς να ελπίζουν, λέει σε κάποιο άλλο σύμπαν ο μέγας τραγικός Ευριπίδης.
Βοηθάει η τέχνη και ο λόγος. Και σύσσωμο ένα ολόκληρο θέατρο τραγουδά Σαπφώ, Ελύτη, Πολυδούρη, Καρυωτάκη, Γκανά, κι όλα αλλάζουν. Μια αλυσίδα μάς συνδέει με τους χρόνους του παρελθόντος, της ιστορίας, κι ύστερα επεκτείνεται προς τα άστρα, προς το μέλλον. Στην έκπαγλη Σελήνη. Σε τέλειο μισοφέγγαρο καταλάμπει τη Γη, ανεβαίνοντας ασημοκαπνισμένη. Η Ελευθερία Α., ο Νίκος Ξ., ο Δημήτρης Π., η Καμεράτα, υποκλίνονται.
Παρέες, φεύγοντας, στέκουν στο πάνω διάζωμα, κοιτούν το Αστεροσκοπείο που λάμπει στον αττικό ουρανό σαν αναμμένο κεράκι της προσευχής τους και τραγουδούν: Ολα τα πήρε το καλοκαίρι, τ’ άγρια μαλλιά σου στην τρικυμία, το ραντεβού μας η ώρα μία.
Ολα τα πήρε το καλοκαίρι, τα μαύρα μάτια σου το μαντίλι, την εκκλησούλα με το καντήλι.
Ολα τα πήρε το καλοκαίρι κι εμάς τους δυο χέρι με χέρι.
Λίγα ζευγάρια τολμούν να κρατηθούν χέρι με χέρι και λίγοι τολμούν να αγκαλιαστούν καθώς αποχωρίζονται. Ο φόβος είναι ακόμα εδώ. Τον ξορκίσαμε όμως, για μια νύχτα έστω. Το Ηρώδειο μοιάζει να αιωρείται στη νύχτα, σαν καράβι που πλέει στον χρόνο. Καλό ταξίδι, αλαργινό καράβι μου, στου απείρου και στης νυχτός την αγκαλιά, με τα χρυσά σου φώτα!
