Περπατώ στο πευκοδάσος, ένας φλύαρος γκιώνης με ακολουθεί μέχρι την ακτή του Κορινθιακού. Ο αέρας φέρνει μυρωδιές, μυρτιά και κέδρο. Μια γυναίκα με μακριές κόκκινες πλεξούδες και πολλές φακίδες έχει βάλει το χέρι αντήλιο και κοιτά ανήσυχη προς τη θάλασσα. Ακολουθώ κι εγώ το βλέμμα της. Στα βαθιά ένα ξανθό κεφάλι ανεβοκατεβαίνει στο γαλάζιο νερό. Η γυναίκα φωνάζει κάτι στα αγγλικά. Μάταιο. Το ξανθό κεφάλι δεν ακούει. Παραιτείται, κάθεται με μια θεατρική κίνηση σε μια ψάθινη καρέκλα κάτω από τη σκιά ενός πεύκου. Είναι ντυμένη με ένα μακρύ λευκό φόρεμα. Δεν είναι όμορφη, είναι παράξενα γοητευτική.
Από το δάσος ξεπροβάλλει ένας μετρίου αναστήματος άντρας. Μου κάνει εντύπωση που κι αυτός είναι πολύ ντυμένος, με κοστούμι, μες στο κατακαλόκαιρο. Την πλησιάζει, βγάζει το παναμέζικο καπέλο του. Με κοιτά φευγαλέα, ίσα που πρόλαβα να διακρίνω ένα κουρασμένο βλέμμα. Κάθεται δίπλα της και κοιτά κι αυτός το ξανθό κεφάλι που όλο ξεμακραίνει.
Η γυναίκα τού λέει κάτι σε σπαστά ελληνικά κι εκείνος γελά με έναν τρόπο παιδικό. Δέχεται ένα ροδάκινο που βγάζει εκείνη από το δίχτυ δίπλα της κι ύστερα επεξεργάζεται με ενδιαφέρον το βιβλίο που έχει στην ποδιά της. Κάτι λένε μα δεν ακούω γιατί ο γκιώνης έχει βαλθεί να αποδείξει πόσο καλός τραγουδιστής είναι. Μόνο όταν κάποιος που έρχεται από την παραλία και τραγουδά βροντερότερα από αυτόν σταματά. Είναι λεπτός, ψηλός, με κατάμαυρο μουστάκι, ηλιοκαμένος, φορά λευκό πουκάμισο με μαζεμένα τα μανίκια κι έχει γυρίσει ώς τα γόνατα τα μπατζάκια του. Τραγουδά, επαναλαμβανόμενα, «αγρίμια κι αγριμάκια μου, λάφια να, λάφια μου μερωμένα…». Τους πλησιάζει και κάθεται χάμω, ανάμεσά τους.
Μιλάνε, γελάνε και κοιτάνε το ξανθό κεφάλι. Η γυναίκα σηκώνεται, προς έκπληξη όλων βουτά στη θάλασσα με τα ρούχα της. Το κόκκινο κεφάλι έχει βάλει πορεία για το ξανθό κεφάλι. Το πλησιάζει κι ύστερα σαν ένα έμπειρο πλοίο-οδηγός το ρυμουλκεί στα ρηχά όπου αναδύεται μαζί του. Ενας λεπτός όμορφος άντρας με καταγάλανα μάτια είναι το υπόλοιπο του ξανθού κεφαλιού. Αγκαλιάζονται και φιλιούνται σαν να είναι μόνοι στην ακτή. Ο άντρας είναι ολόγυμνος μα δεν φαίνεται να νοιάζεται καθόλου γι’ αυτό.
Κάθεται στην πέτρα δίπλα στον Καρυωτάκη και χτυπά στην πλάτη τον Καζαντζάκη. «Πρέπει να στεγνώσω, θα κάτσω στον ήλιο» λέει η Πάλμερ. Κι οι τρεις άντρες την κοιτούν να χορεύει στην άμμο. «Φλογάτη, γελαστή, ζεστή, εκεί η καρδιά μου δέχτηκε ν’ αναπαυθεί λιγάκι…», είπε ο γυμνός άντρας κι έτσι μονομιάς εξαφανίστηκαν όλοι από την παραλία του Πευκιά, σε ένα άλλο σύμπαν ίσως πήγαν, εκεί που ζουν οι ποιητές κι οι ονειροπόλοι.
