Είναι βέβαιο ότι μόλις κοπάσει η σημερινή πανδημία, η κυβέρνηση θα κληθεί να αντιμετωπίσει τις παρακάτω προκλήσεις α) την επανεκκίνηση της οικονομίας και αποκατάσταση των απωλειών της πανδημίας τόσο στην παραγωγή (10% το 2020) όσο και στην απασχόληση των νεότερων ιδιαίτερα ηλικιών (γύρω στο 20%) β) την επαναφορά σε ισχύ του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης και συνακόλουθα τον δραστικό περιορισμό της μέχρι τώρα δυνατότητας της χώρας να δημιουργεί υψηλά δημοσιονομικά ελλείμματα (10% του ΑΕΠ για το 2020 και 2021) και αντ’ αυτών την υποχρέωση εξασφάλισης πρωτογενών πλεονασμάτων γ) τη λήξη του μορατόριουμ πληρωμών και την έναρξη εξυπηρέτησης του συνεχώς διογκούμενου δημόσιου χρέους (αγγίζει σήμερα το 210% του ΑΕΠ) δ) τη ρύθμιση του εξίσου υπέρογκου ιδιωτικού χρέους προς τράπεζες, Εφορία και ασφαλιστικά ταμεία (περί τα 240 δισ. ευρώ). Τέλος, ε) τη χρηματοδότηση του εισαγόμενου στρατιωτικού εξοπλισμού προς ανάσχεση της τουρκικής επιθετικότητας.
Μοναδικό σχεδόν στήριγμα της κυβέρνησης στην προσπάθειά της να θέσει εκ νέου σε κίνηση την αναπτυξιακή διαδικασία υπό τους περιορισμούς των παραπάνω προκλήσεων αποτελούν τα περίπου 70 δισ. ευρώ που προβλέπεται να εισπράξει, υπό όρους, στο διάστημα 2021-2027 από τα ευρωπαϊκά Ταμεία (Ανάκαμψης, ΕΣΠΑ και ΚΑΠ) με τη μορφή δανείων (13 δισ. ευρώ) και επιδοτήσεων.
Προς αξιοποίηση των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης η κυβέρνηση συνέταξε και υπέβαλε στην Επιτροπή το Σχέδιο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας 4.100 σελίδων με τον βαρύγδουπο τίτλο «Ελλάδα 2.0». Στο σχέδιο προτείνονται 106 επενδυτικά έργα και 67 μεταρρυθμίσεις. Αν και η χρονική διάρκεια του κυβερνητικού προγράμματος υπερβαίνει τον χρόνο άσκησης της εξουσίας από την παρούσα κυβέρνηση, αυτό δεν τέθηκε προς διαβούλευση ούτε στα κόμματα της αντιπολίτευσης ούτε και στους αρμόδιους φορείς, που θα κληθούν να το εφαρμόσουν.
Τι προβλέπεται όμως να προκύψει τελικά από τη χρηματοδοτική αυτή ευκαιρία και το αναπτυξιακό σχέδιο της κυβέρνησης; Δεδομένου ότι το νεοφιλελεύθερο αναπτυξιακό πρότυπο και το εθνικό παραγωγικό σύστημα, που απέτυχαν να αποσοβήσουν τις καταστροφικές συνέπειες της πρόσφατης κρίσης (2010 – 2018), εξακολουθούν να λειτουργούν χωρίς καμία ουσιαστική μεταβολή, γι’ αυτό και οι προοπτικές για την υποσχόμενη ανασυγκρότηση της εθνικής παραγωγής και τη δυναμική μετεξέλιξη της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας, και μάλιστα υπό περισσότερο δυσοίωνες συνθήκες από αυτές του 2010, είναι, παρά τη γενναιόδωρη προσφορά χρηματικών πόρων, εξαιρετικά περιορισμένες.
Εξ αιτίας συγκεκριμένα της έλλειψης εγχώριων επιχειρήσεων παραγωγής σύγχρονων επενδυτικών αγαθών και της τεχνικής γενικά υπανάπτυξης της εγχώριας μεταποιητικής βιομηχανίας η δυνατότητα αυτοδύναμης οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης (μιας ανάπτυξης δηλαδή που να στηρίζεται στις τεχνικές δυνατότητες των εγχώριων παραγωγικών δυνάμεων και την αντίστοιχη επάρκεια εθνικών πόρων) προϋποθέτει τη δημιουργία ολοκληρωμένων (καθετοποιημένων) συμπλεγμάτων παραγωγής.
Με αυτόν τον τρόπο αναβαθμίζονται γενικά και διευρύνονται σημαντικά οι παραγωγικές και τεχνικές δυνατότητες της χώρας συνολικά και βελτιώνεται η θέση της στον διεθνή καταμερισμό εργασίας. Αποτέλεσμα μιας τέτοιας αναδιάρθρωσης της εθνικής παραγωγής προβλέπεται να είναι, αφενός, η αισθητή μείωση του πάγιου εμπορικού ελλείμματος και, αφετέρου, η ανάσχεση του προελαύνοντος brain-drain και του ελλοχεύοντος κινδύνου νέας φτωχοποίησης του υπερχρεωμένου ελληνικού κράτους.
Δεδομένης της μέχρι τώρα απροθυμίας ή αδυναμίας των Ελλήνων επιχειρηματιών να προβούν στην ανάληψη των αναγκαίων επενδυτικών πρωτοβουλιών για τη δημιουργία των ολοκληρωμένων συμπλεγμάτων παραγωγής, ο δημόσιος τομέας οφείλει, σε αντίθεση με τις πάγιες νεοφιλελεύθερες κατευθύνσεις της μέχρι τώρα εφαρμοζόμενης κυβερνητικής πολιτικής, να αναλάβει την ευθύνη υλοποίησης του αντίστοιχου επενδυτικού προγράμματος. Εδώ, η νεοσύστατη Αναπτυξιακή Τράπεζα έχει τη δυνατότητα να προσελκύσει ξένους παραγωγούς επενδυτικών αγαθών και να συντονίσει την επιθυμητή συνεργασία τους με τις υπάρχουσες ελληνικές ΜμΕ επιχειρήσεις σε ρόλο υπεργολαβίας.
Το ερώτημα που τίθεται, ωστόσο, είναι: Οι συμβατικές δεσμεύσεις της χώρας (μέλος της Ε.Ε. και της ευρωζώνης) ευνοούν την κεϊνσιανής έμπνευσης έντονη επεμβατική δραστηριότητα του Δημοσίου και τη θεσμοθέτηση των δομικών αλλαγών που απαιτούνται για τη σταδιακή δημιουργία συνθηκών αυτοδύναμης οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης;
Οι δυσκολίες που σίγουρα θα προκύψουν τόσο από τους θιασώτες του νεοφιλελευθερισμού όσο και από τους φορείς θιγόμενων οικονομικών συμφερόντων μπορεί να μετριαστούν αισθητά αν δοθεί προτεραιότητα στη ριζική τεχνική ανασυγκρότηση της εθνικής αμυντικής βιομηχανίας μέσω κυρίως της εξασφάλισης των απαραίτητων γι’ αυτόν τον σκοπό τεχνικών ανταλλαγμάτων από τους αλλοδαπούς πωλητές προς τη χώρα μας στρατιωτικού εξοπλισμού. Η τεχνολογική απογείωση της αμυντικής βιομηχανίας, εκτός από την αντιμετώπιση της τουρκικής επιθετικότητας, θα συμβάλει μέσω του μηχανισμού της τεχνολογικής διάχυσης και στη γενικά επιδιωκόμενη διεύρυνση και τεχνική αναβάθμιση της εθνικής παραγωγής. Είναι δηλαδή εφικτό: και τούτο ποιείν κακείνο μη αφιέναι.
Ειδικά μετά και το Βατερλό του εθνικού παραγωγικού μας συστήματος κατά την τελευταία οικονομική κρίση, είναι πλέον καιρός να σταματήσει και η εξιδανίκευση του αναπτυξιακού ρόλου του τουρισμού και η συνεχιζόμενη γελοιοποίηση του ήδη επιστημονικά καθιερωμένου όρου «βαριά βιομηχανία», που του αποδίδεται.
* ομότιμος καθηγητής Πανεπιστημίου Πατρών
