ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Ευάγγελος Λυμπερόπουλος*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η φετινή Παγκόσμια Ημέρα Υπέρτασης (17 Μαΐου) συμπίπτει χρονικά με την επανεκκίνηση μιας σειράς δραστηριοτήτων που θα μας φέρει πιο κοντά στην κανονικότητα. Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα, σταχυολογώ παρακάτω ορισμένες πληροφορίες για δύο σημαντικούς παράγοντες κινδύνου της καρδιάς και των αγγείων μας.

Η αυξημένη αρτηριακή πίεση αφορά περίπου 1 στους 3 ενηλίκους. Στο 95% των ατόμων με υψηλή πίεση, δεν είναι δυνατό να εντοπιστεί το αίτιο. Γι’ αυτό βαφτίζουμε την υπέρταση αυτή «ιδιοπαθή» ή «πρωτοπαθή». Οσο μάλιστα περνούν τα χρόνια, η πιθανότητα εμφάνισης υπέρτασης αυξάνεται, επειδή τα τοιχώματα των αγγείων προοδευτικά σκληραίνουν. Για τη διάγνωση της υπέρτασης, οι μετρήσεις πίεσης στο ιατρείο είναι απαραίτητες. Μάλιστα, για να μιλήσουμε με σιγουριά για αρτηριακή υπέρταση, δεν αρκεί μόνο μία επίσκεψη στο ιατρείο, διότι μπορεί να τύχει τη συγκεκριμένη ημέρα η πίεση να είναι παροδικά αυξημένη.

Κάποιες φορές, ο γιατρός μπορεί να ζητά 24ωρη καταγραφή της πίεσης. Σε αυτήν, οι μετρήσεις γίνονται για ένα 24ωρο με ειδική συσκευή που φέρει ο εξεταζόμενος πάνω του, τόσο κατά τις δραστηριότητές του (εργασία, σπίτι) όσο και κατά τον ύπνο. Γι’ αυτό η 24ωρη καταγραφή είναι προτιμότερο να γίνει μια αντιπροσωπευτική μέρα με συνηθισμένες ασχολίες και όχι Σαββατοκύριακο ή όταν ο ασθενής βρίσκεται σε διακοπές. Παράλληλα βοηθούν πολύ οι μετρήσεις στο σπίτι με πιστοποιημένο ηλεκτρονικό πιεσόμετρο.

Επανειλημμένες μετρήσεις στο ιατρείο με τιμές άνω των 140 mmHg για τη συστολική/«μεγάλη» και άνω των 90 mmHg για τη διαστολική/«μικρή» πίεση θεωρούνται εκτός φυσιολογικών ορίων. Υπέρταση έχουμε όταν είτε η μεγάλη είτε η μικρή είτε και οι δύο πιέσεις ταυτόχρονα είναι αυξημένες. Υπάρχει περίπτωση η πίεση να είναι μόνιμα αυξημένη στο ιατρείο και φυσιολογική εκτός ιατρείου! Τότε πρόκειται για «υπέρταση λευκής μπλούζας», μια κατάσταση που απαιτεί περιοδική παρακολούθηση. Εκτός όμως από την υπέρταση, και τα αυξημένα λιπίδια αντιπροσωπεύουν έναν άλλο παράγοντα κινδύνου για καρδιαγγειακά νοσήματα. Τα λιπίδια αποτελούν δομικό συστατικό του οργανισμού μας. Τα πιο γνωστά λιπίδια είναι η χοληστερόλη (ο σωστός όρος για την ουσία που ο κόσμος ονομάζει «χοληστερίνη») και τα τριγλυκερίδια.

Χρησιμοποιούμε τον όρο «δυσλιπιδαιμία» όταν τα λιπίδια έχουν παθολογικές τιμές. Μπορεί να πρόκειται για αύξηση είτε της LDL («κακής») χοληστερόλης είτε των τριγλυκεριδίων ή και των δύο ή/και για μείωση της HDL («καλής») χοληστερόλης.

Η LDL, όταν βρίσκεται σε αυξημένα επίπεδα στο αίμα, ξεφορτώνει χοληστερόλη στα τοιχώματα των αρτηριών, π.χ. στα αγγεία της καρδιάς ή του εγκεφάλου. Αυτή η μακρόχρονη συσσώρευση χοληστερόλης στα τοιχώματα έχει επιπτώσεις: Αναπτύσσεται βλάβη μέσα στα αγγεία («αθηρωματική πλάκα»). Καθώς η βλάβη αυτή μεγαλώνει, ο αυλός στα αγγεία μας προοδευτικά στενεύει, δυσκολεύοντας τη ροή του αίματος προς τα διάφορα όργανα, αυξάνοντας τον κίνδυνο για έμφραγμα, εγκεφαλικό ή βλάβη στις αρτηρίες των κάτω άκρων. Αντίθετα, η HDL φαίνεται πως παίζει τον ρόλο «οδοκαθαριστή» των αγγείων, συμβάλλοντας στην αποκομιδή χοληστερόλης από τα τοιχώματα των αγγείων. Γι’ αυτό ονομάζεται και «καλή» χοληστερόλη.

Η αύξηση των λιπιδίων είναι πολύ συχνή: αφορά περίπου 1 στους 3 ενηλίκους, δηλαδή σχεδόν το ίδιο συχνή με την υπέρταση.

Το όριο, κάτω από το οποίο πρέπει να βρίσκεται η «κακή» χοληστερόλη, δεν είναι ίδιο για όλους. Για την LDL («κακή») χοληστερόλη, τα όρια εξατομικεύονται: Για τους περισσότερους, ιδανική θεωρείται τιμή κάτω των 100 mg/dL. Αν ωστόσο κάποιος έχει περάσει έμφραγμα, εγκεφαλικό ή πάσχει από στεφανιαία νόσο ή σακχαρώδη διαβήτη, το όριο είναι χαμηλότερο (κάτω από 55 mg/dL).

Για την HDL («καλή») χοληστερόλη δεν υπάρχει ανώτερο όριο, αλλά ελάχιστη επιθυμητή τιμή που για τους άνδρες είναι τα 40 mg/dL και άνω, ενώ για τις γυναίκες τουλάχιστον 50 mg/dL. Για τα τριγλυκερίδια, ανώτερες φυσιολογικές τιμές θεωρούνται τα 150 mg/dL.

Είναι σημαντικό να θυμόμαστε πως αν το ίδιο άτομο έχει υπέρταση και δυσλιπιδαιμία μαζί, ο καρδιαγγειακός κίνδυνος είναι περαιτέρω αυξημένος. Το ίδιο ισχύει και για τη συνύπαρξη και άλλων παραγόντων (π.χ. διαβήτης ή κάπνισμα). Οσο για την αντιμετώπιση των δύο αυτών παραγόντων κινδύνου, υπάρχουν μερικές κοινές κατευθύνσεις: Η τροποποίηση του τρόπου ζωής (διακοπή καπνίσματος, διατροφή, άσκηση κ.ά.) είναι το πρώτο βήμα. Εάν οι τιμές της αρτηριακής πίεσης ή των λιπιδίων δεν μπορούν να επανέλθουν στο επιθυμητό επίπεδο, απαιτείται η χορήγηση φαρμακευτικής αγωγής. Σήμερα έχουμε στη φαρέτρα μας αποτελεσματικές λύσεις που μπορεί να συνδυάζονται μεταξύ τους και να μειώνουν αποτελεσματικά τον αυξημένο καρδιαγγειακό κίνδυνο.

*Αναπλ. καθηγητής Παθολογίας Ιατρικού Τμήματος Παν/μίου Ιωαννίνων, πρόεδρος Ελληνικής Εταιρείας Αθηροσκλήρωσης www.atherosclerosis.gr