ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Θανάσης Βασιλείου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η χώρα με τους χειρότερους επιμέρους δείκτες έσπευσε να καταθέσει, δεύτερη μετά την Πορτογαλία, το σχέδιο οικονομικής ανάκαμψης στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Το Εθνικό Σχέδιο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας «Ελλάδα 2.0» της κυβέρνησης περιλαμβάνει 106 επενδυτικά προγράμματα και 67 μεταρρυθμίσεις που περιγράφονται και κοστολογούνται με ακρίβεια σε 4.104 σελίδες. Το σχέδιο φιλοδοξεί να προσθέσει 7 μονάδες στο ελληνικό εγχώριο προϊόν (ΑΕΠ) έως το 2026, με περίπου 60 δισ. ευρώ που θα οδηγήσουν στη δημιουργία 180.000 θέσεων εργασίας. Καλή η φιλοδοξία, αλλά δεν χορταίνει∙ και όταν απέχει από τη βεβαιότητα, γίνεται μεσσιανική ρητορική επιτυχίας.

Στη διάρκεια της πανδημίας, το ευρωπαϊκό δίχτυ ασφαλείας για την απασχόληση κινήθηκε προς τη σωστή κατεύθυνση. Οταν όμως αρθεί η στήριξη, οι εξαρτημένοι από τον μισθό τους θα ήθελαν να δουν προγράμματα δανείων και ενισχύσεων προς τις επιχειρήσεις, διοχέτευση χρήματος και δημόσιες επενδύσεις στην πραγματική οικονομία. Και το νεο-κεϊνσιανό γύρισμα δεν είναι και τόσο εύκολο.

Επιπροσθέτως, η δυσκολία για την Ελλάδα συνδέεται σε σειρά εγγενών παραγόντων: ύψος του δημόσιου χρέους, υψηλή ανεργία, καθεστώς μεταμνημονιακής εποπτείας, μεταφορά ανθρώπινου κεφαλαίου και πόρων προς τις αναπτυγμένες χώρες μέσω της μετανάστευσης των Ελλήνων υψηλής εξειδίκευσης, κόπωση της οικονομίας από τη λιτότητα της προηγούμενης δεκαετίας, αφανείς υποχρεώσεις (ασφαλιστικό, συνταξιοδοτικό σε συνδυασμό με τη δημογραφική γήρανση), ευρωπαϊκό πλαίσιο και, σημαντικό αλλά όχι τελευταίο, κυβερνητικές ιδεοληψίες καθώς και έως τώρα πρακτικές (αδιαφάνεια, μεταφορά δημόσιων πόρων σε «ημετέρους», λατρεία του υποδείγματος της χρεοκοπίας, αριστεία για γέλια).

Για ακόμη μία φορά το «σύστημα-πρόβλημα» εμφανίζεται ως «η θεραπεία», την ίδια στιγμή που οι επιπτώσεις της πανδημικής κρίσης δεν είναι πλήρως εμφανείς στην πραγματική οικονομία τόσο στην Ελλάδα όσο και στην ευρωζώνη. Θα γίνουν ενδεχομένως αισθητές μετά το τέλος των μέτρων στήριξης των επιχειρήσεων (βλέπε, π.χ., παραδοχές του διοικητή της Τραπέζης της Ελλάδος, Γιάννη Στουρνάρα).

Σε αντίθεση με τη ρητορική για την οικονομία, το 2021 δεν θα υπάρξει αισθητή εκτόνωση στη χώρα με το μεγαλύτερο λοκντάουν στην Ευρώπη και την οικονομική συρρίκνωση να κυμαίνεται από 8% έως 10%. Ούτε γνωρίζει κάποιος αν θα υλοποιηθούν οι προσδοκίες για ταχεία ανάκαμψη του τουρισμού φέτος το καλοκαίρι. (Σημειώστε ότι μόνον ο τουρισμός συμβάλλει με 25% στο ελληνικό ΑΕΠ.)

Και προσώρας, μπορεί να μην ελέγχονται οι δημοσιονομικοί περιορισμοί και τα κριτήρια του Συμφώνου Σταθερότητας, αλλά οι διαφορετικές αφετηρίες των κρατικών ενισχύσεων και οι διαφορετικές δυνατότητες ανάκαμψης υποκρύπτουν ήδη διόγκωση των αποκλίσεων μεταξύ των χωρών-μελών της Ε.Ε., παγίωση της ύφεσης ελληνικού τύπου και, άρα, της οιονεί «διασωλήνωσης» της οικονομίας. Αραγε το σχέδιο «Μια εξυπνότερη Ευρώπη» περιλαμβάνει τις ιδιαιτερότητες της Ελλάδας;

Και τι γίνεται όταν όλοι συμφωνούν ότι οι τράπεζες και τα χρηματιστήρια –δηλαδή οι βασικές πηγές άντλησης χρήματος– έχουν συμφέροντα και ευαισθησίες σε ειδικά περιθώρια κέρδους, αλλά καμία ευαισθησία για τη συλλογική ευημερία και την απασχόληση (άρα την ανεργία); Το διατακτικό της συμπεριφοράς του πλιατσικολόγου είναι σχετικά έμμονο ιστορικά. Μάλιστα, ως «νομικό πρόσωπο» έχει όλα τα συμπτώματα του ψυχοπαθούς. Και τα τελευταία 40 χρόνια οι «ψυχοπαθείς» κυβέρνησαν και υπαγόρευσαν το trickle-down στις πολιτικές των κυβερνήσεων – το «κάτι θα στάξει και προς τα κάτω».

Υστερα από τη μεταπολεμική απόκλιση ευημερίας, το μεγαλύτερο αδιέξοδο οφείλεται στο ότι οι μεταρρυθμίσεις δεν συνδέονται με την «πρόοδο» που επικαλούνται∙ σημαίνουν ακριβώς το αντίθετο της ανάπτυξης και κοινωνικής δικαιοσύνης. Καταλήγουν εργαλείο μετάλλαξης των κρατών σε θεραπενίδες μιας ολιγαρχίας πλούτου που απομυζά τα οφέλη της «ανταγωνιστικότητας» και της «παραγωγικότητας».

Ο φιλόσοφος Πιερ Νταρντό και ο κοινωνιολόγος Κριστιάν Λαβάλ στο έργο τους «Κοινό – Δοκίμιο για την επανάσταση στον 21ο αιώνα» (εκδ. Εκκρεμές, 2020) μιλούν για την πρυτανεύουσα λογική των οικονομικών αναδιαρθρώσεων με ζελέ «γοητείας του ρίσκου»: «Οι λόγοι τους φάσκουν και αντιφάσκουν όταν δεν διαψεύδονται από την κραυγαλέα απόκλιση ρητορικής και πράξης. Η μιντιακή ασυναρτησία μαζί μ’ αυτή των σχεδιαστών πολιτικής είναι εντυπωσιακή ως προ τούτο: το πρωί υμνούν τον “ανταγωνισμό” και τη “διαφάνεια” (που σιχαίνονται), το μεσημέρι χτυπούν το καμπανάκι της ανεργίας και της φτώχειας (που επίσης σιχαίνονται) και το βράδυ ψηφίζουν την απορρύθμιση της εργασίας (την οποία σιχαίνονται και ουδέποτε άσκησαν)».

Η ρητορική εκτός από τη φτώχεια που κομίζει είναι φτωχή per se. Μακάρι να διαψευστώ. Αλλά, για τον 21ο αιώνα, τα ξόρκια τύπου «trickle down economics» απέχουν πολύ από τις βεβαιότητες του 19ου που –παρά τον ζόφο του– πίστευε ότι η Ιστορία θα γεννήσει «κάτι νέο», «καλύτερο» και κάπως «ανώτερο» από ένα «αχρείαστο» παλιό. Ο Τζο Μπάιντεν στις ΗΠΑ το κατάλαβε. Εδώ; Δεν νομίζω.