Αυτή η κυβέρνηση πρέπει να φύγει γρήγορα. Κάθε μέρα που περνάει, διαμορφώνονται καταστάσεις, των οποίων η αναστροφή θα απαιτήσει πολύ μεγάλη προσπάθεια. Η αίσθηση αυτή, νομίζω, ενδυναμώνεται συνεχώς και αφορά όλο και περισσότερο κόσμο. Θα είχε, μάλιστα, λάβει πολύ εντονότερο χαρακτήρα, αν δεν είχε απέναντί της μια τόσο ανεπαρκή αξιωματική αντιπολίτευση.
Σε τι συνίσταται, όμως, αυτή η ανεπάρκεια; Σε πολλά και διάφορα. Με κυριότερο, βέβαια, την αναγκαστική έλλειψη εμπιστοσύνης, για ένα σημαντικό τμήμα του πληθυσμού, απέναντι σε ανθρώπους που πολλά είπανε κάποτε και πολύ διαφορετικά έπραξαν στη συνέχεια.
Δεδομένων των αθλιοτήτων που συμβαίνουν από τους κυβερνώντες θατσερικούς –και όχι μόνο– δεν θα μπορούσε να αρθεί, έστω μερικά, αυτή η έλλειψη εμπιστοσύνης; Δεν θα μπορούσε, δηλαδή, ένα σημαντικό μέρος από τους εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους, που, αφού συμμετείχαν στον κύκλο των μεγάλων αντιμνημονιακών αγώνων, ψήφισαν στις αρχές του 2015 την ελπίδα που έρχονταν, για να αποσυρθούν μετά το καλοκαίρι, να επανακάμψουν εκλογικά, έστω με όρους αρνητικής ψήφου;
Φαίνεται πως, προς το παρόν, δεν συμβαίνει ούτε αυτό. Πράγμα που έχει, νομίζω, τη λογική του, άλλωστε, αν σκεφτούμε πως το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης και ο πρόεδρός του δεν φαίνεται να ενδιαφέρονται ιδιαίτερα γι’ αυτό το τμήμα του κόσμου. Θεωρώντας, ίσως, πως στο τέλος θα προσέλθει ούτως ή άλλως, το ενδιαφέρον τους είναι στραμμένο προς το «κέντρο», τη «μεσαία τάξη», τους «νοικοκυραίους», που λέει ο λόγος (και του Τσίπρα).
Πρωτότυπο. Πολύ πρωτότυπο. Αν και εφαρμόζεται επί δεκαετίες από τους «κεντροαριστερούς» σε όλον τον κόσμο, με όχι λαμπρά πάντοτε αποτελέσματα, δεν παύει να είναι πρωτότυπο. Νομίζω, όμως, πως, με όλη την πρωτοτυπία του, δεν θα αποδειχτεί αποτελεσματικό.
Γιατί, όπως έγραφε και ο Τσακαλώτος πριν από 15 χρόνια (Οι αξίες και η αξία της Αριστεράς, Κριτική, 2006), «[η] μετακίνηση προς το “κέντρο” συνεπάγεται […] ότι η Αριστερά μπορεί να αποδειχθεί ανίσχυρη να σταματήσει τη δυναμική της συνεχούς μετακίνησης προς τα δεξιά από το τέλος της δεκαετίας του ’70». Με δυο λόγια, η μετακίνηση προς το «Κέντρο» δεν φράζει τον δρόμο στη Δεξιά. Οπως, επίσης, η ιδέα πως, ακολουθώντας μια «ήπια» δεξιά πολιτική, εμποδίζεις την επέλευση της «άγριας» ατζέντας είναι αποδεδειγμένα εσφαλμένη.
Η αναγκαία κοινωνική βάση μιας αριστερής πολιτικής δεν φτιάχνεται διά του ξεχειλώματος. Οταν λες, π.χ., για τις απλήρωτες υπερωρίες, δεν μπορεί να τις αποδίδεις μόνο στη «διαπλοκή», είναι και πολλοί «νοικοκυραίοι», που, εξαιρετικά απενοχοποιημένα, τις καρπώνονται. Και τότε, πολύ γρήγορα, δηλαδή, η «προοδευτική συμμαχία» αγγίζει τα όριά της.
Μπορείς να υπεκφεύγεις όσο θέλεις. Τα αποτελέσματα, ωστόσο, δεν θα σε δικαιώσουν.
Ας φύγω, όμως, από τα άμεσα δικά μας, τα τωρινά και πρόσφατα. Θέτοντας στρατηγικότερα το ερώτημα του «Τι να κάνουμε» ως Αριστερά, νομίζω πως θα μας βοηθούσε να προσανατολιστούμε η εμπειρία του ίδιου του κατεξοχήν αντιπάλου μας, του θατσερισμού, της πιο επιθετικής καπιταλιστικής πολιτικής στην ιστορία.
Οπως το θέτει και πάλι ο Τσακαλώτος, «[ε]ίναι ενδιαφέρον να παρατηρήσουμε ότι η νεοφιλελεύθερη λαίλαπα δεν άρχισε με μια κεντρώα στροφή. Αντίθετα, η επίθεση στις μεταπολεμικές σοσιαλδημοκρατικές κατακτήσεις άρχισε με μια σοβαρή ιδεολογική επανεξέταση των παραδοσιακών ιδεών και αξιών της Δεξιάς. Ο [G.A.] Cohen επισημαίνει: «Ενα συστατικό στοιχείο της ανόδου της Δεξιάς υπήρξε η πνευματική αυτοπεποίθηση…».
Ο ριζοσπαστικός τρόπος με τον οποίο προώθησε τις δικές της ιδέες, χωρίς υπαναχωρήσεις και ψοφοδεείς «συμβιβασμούς», της έδωσε την κυριαρχία. Η Δεξιά εμφανίστηκε ως η δύναμη η αποφασισμένη να μην αρκεστεί στο υπάρχον, αλλά να «αλλάξει τον κόσμο», να προωθήσει αδιάλλακτα –πολλές φορές σχεδόν «τρελά»– τις αξίες της. Η αδιαλλαξία της έγινε πλεονέκτημα στο μέτρο που υποσημείωνε αυτοπεποίθηση και σοβαρή πίστη σε όσα υποστήριζε. Η νεοφιλελεύθερη Δεξιά κυριάρχησε και γιατί δεν ακολούθησε τον άλλο Μαρξ, τον Γκράουτσο, στην πρακτική τού «έχω κάποιες αρχές, αλλά, αν δεν σας κάνουν, έχω κι άλλες».
Ο ΣΥΡΙΖΑ, ωστόσο, δεν φαίνεται να τα ξέρει αυτά – ή έχει πάθει αμνησία. Κι έτσι, νομίζει, πως η λύση είναι στο «Κέντρο», στους «συμβιβασμούς», στην απόκρουση των αδιάλλακτων «καθαροτήτων». Παλιά ιστορία. Θα δώσω ένα παράδειγμα. Οσο ήταν κυβέρνηση, πολλές φορές τέθηκε το ζήτημα του περίφημου οικοπέδου της ΒΙΟΜΕ. Λέγαμε κάποιοι, τότε: Δώστε τη γη στον συνεταιρισμό, κι ας αποδειχτεί σε δέκα χρόνια «παράνομο». Οχι, αυτοί τους «τάραξαν στη νομιμότητα».
Η Δεξιά δεν κωλώνει. Θα περάσει τα πάντα, «νόμιμα» και «παράνομα». Και –προς έκπληξη των αυθεντικά αθώων ψυχών– από αυτό, την αυτοπεποίθησή της, δηλαδή, μόνο κερδίζει.
* εκπαιδευτικός
