Δημήτρης Στεμπίλης*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Δύο γεγονότα τον τελευταίο πανδημικό χρόνο επανέφεραν, έστω με λανθάνοντα τρόπο, τη σχέση της ελληνικής κοινωνίας με τον θεσμό της βασιλείας. Το πρώτο ήταν η μετάδοση από τη συνδρομητική πλατφόρμα Netflix της τέταρτης σεζόν της σειράς «The Crown» («Το Στέμμα»), που με την καραντίνα αυξήθηκαν εντυπωσιακά οι θεατές της, και το δεύτερο ο προ ολίγων ημερών θάνατος του 99χρονου συζύγου της βασίλισσας Ελισάβετ Β΄ της Αγγλίας, του ελληνικής καταγωγής πρίγκιπα και δούκα του Εδιμβούργου Φιλίππου (πρώην Γλύξμπουργκ και μετέπειτα Μαουντμπάντεν).

Αν σε αυτά τα δύο προσθέσουμε επίσης τις συζητήσεις περί Αποστασίας και Παλατιού λόγω της διακυβέρνησης της χώρας από τον γιο ενός εκ των πρωταγωνιστών των Ιουλιανών του 1965, τότε το ζήτημα από «κλεισμένο» γίνεται τουλάχιστον ενδιαφέρον. Επιπρόσθετα, το τελευταίο διάστημα έχουν πυκνώσει οι αναφορές ή τα αφιερώματα στους τόπους και τα πρόσωπα μνήμης, ενώ η πρόσφατη επίσκεψη του Καρόλου για τα 200χρονα της Ελληνικής Επανάστασης αποτέλεσε ευκαιρία για «ένδοξες» συνδέσεις και συνειρμούς.

Με αφορμή τα παραπάνω θυμήθηκα τη μητέρα μου που όταν πετυχαίναμε -αρκετά συχνά όπως και πολλοί άλλοι συμπολίτες μας της γενιάς μου- την ελληνική ταινία «Κορίτσια για Φίλημα», την πείραζα στη σκηνή που έδειχνε τους γάμους του τέως βασιλιά Κωνσταντίνου με την Άννα-Μαρία κι εκείνη, που ήξερε ότι μελετούσα την περίοδο, μου απαντούσε: «Και τι σου έκανε εσένα ο βασιλιάς;». Η μητέρα μου στο δημοψήφισμα του 1974 που έκρινε το Πολιτειακό ψήφισε αντιμοναρχικά, παρ’ όλα αυτά, με τα στερεότυπα που όλοι λίγο πολύ κουβαλάμε, καταλάβαινα ότι μάλλον της άρεσε το «πανηγύρι», τα φορέματα, οι στολές, το πρωτόκολλο κ.ο.κ. Ίσως να ήταν κι έτσι, δεν μπορώ να το απαντήσω με σιγουριά, είμαι όμως σίγουρος ότι οπωσδήποτε θα σχολίαζε τον θάνατο του Φιλίππου.

Πολλοί, πολύ μεταγενέστεροι της εκλιπούσας μητέρας μου, διαπίστωσα ότι ασχολήθηκαν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης με το γεγονός. Μάλιστα, κάποιοι υπερασπίστηκαν την ελληνικότητα του Φιλίππου, την οποία ο ίδιος είχε πάντως αποποιηθεί, ίσως λόγω των τραυματικών εμπειριών που έζησε ως παιδί, με την εκδίωξη του πατέρα του πρίγκιπα Ανδρέα από την Ελλάδα, ο οποίος είχε θεωρηθεί ένας από τους υπαιτίους της Μικρασιατικής Καταστροφής και σώθηκε χάρη στην παρέμβαση των Βρετανών – αλλά αυτά είναι μια άλλη ιστορία, που δεν αφορά το παρόν κείμενο. Επιπλέον και μεγάλης αναγνωσιμότητας αφιέρωσαν σημαντικό χώρο στο γεγονός και στα της βασιλικής οικογένειας, ως συνέχεια και του σίριαλ Μέγκαν-Χάρι, την ίδια στογμή που το BBC δέχθηκε αυστηρή κριτική για τον τηλεοπτικό χρόνο που δαπάνησε.

Τα σχόλια, μάλιστα, που διάβασα είχαν σε πολλές περιπτώσεις μια δόση νοσταλγίας ή ενός επιχειρηματολογικού «comeback» σε σχέση με τη βασιλεία και την ελληνική ιστορία της. Από την άλλη πλευρά, εύλογες αλλά κοινότοπες θέσεις υπενθύμιζαν ότι το πολιτειακό είναι λυμένο, χωρίς να λογαριάζεται ότι η πορεία του ελληνικού κράτους από το 1832 έως το 1974 (τυπικά), με εξαίρεση την περίοδο 1924-1935, που η χώρα είχε αβασίλευτη δημοκρατία, είναι συνδεδεμένη με τον βασιλικό θεσμό, ανεξαρτήτως αν αυτός κόμισε σε πλείστες περιόδους δεινά για τη χώρα και την πορεία της.

Γιατί όμως αυτή η νοσταλγική διάθεση;

Προσωπικά πιστεύω ότι, πέραν της μακρόχρονης ιστορικής της παρουσίας ως πολιτειακού θεσμού του ελληνικού κράτους, η απάντηση πρέπει να αναζητηθεί στην κατασκευή της εθνικής ιδεολογίας. Αγαμέμνονας, Λεωνίδας, Φίλιππος Β΄, Μέγας Αλέξανδρος, Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, Βασιλεύουσα είναι μερικά από τα ονόματα και τους όρους πάνω στα οποία χτίστηκε η ιδεολογία του σύγχρονου ελληνικού κράτους μετά την Επανάσταση. Ας θυμηθούμε, για παράδειγμα, ότι ο βασιλιάς Κωνσταντίνος Α΄, ο ηγέτης του ενός στρατοπέδου-πόλου του Εθνικού Διχασμού, αποκαλούνταν εκτός από «γιος του αητού» και «Κωνσταντίνος ΙΒ΄», ως συνέχεια του τελευταίου αυτοκράτορα του Βυζαντίου, στο πλαίσιο της ιδεολογικής κυριαρχίας της «Μεγάλης Ιδέας».

Φτάνει όμως αυτό για να εξηγήσει τη στάση κάποιων ανθρώπων στα 2021, 200 χρόνια μετά την Επανάσταση και 47 μετά το δημοψήφισμα; Προφανώς και όχι. Γιατί το μεγάλο ζήτημα είναι πώς επιβιώνουν αυτές οι αντιλήψεις. Εκτιμώ ότι η απάντηση βρίσκεται θεωρητικά σε αυτό που μας είχε προτείνει ο Eric Hobsbawm, στην «επινοημένη παράδοση». Δηλαδή σε «ένα σύνολο πρακτικών οι οποίες συνήθως διέπονται, φανερά ή σιωπηρά, από αποδεκτούς κανόνες με τελετουργική ή συμβολική φύση, και οι οποίες επιδιώκουν να ενσταλάξουν ορισμένες αξίες και κανόνες συμπεριφοράς μέσω της επανάληψης, γεγονός που αυτόματα συνεπάγεται τη συνέχεια με το παρελθόν».

Στέψεις, σκήπτρα, κορόνες, άμαξες, ίντριγκες, κουτσομπολιά, απογοητεύσεις, γεννητούρια, γάμοι, κηδείες (δυστυχώς για τον εκλιπόντα Φίλιππο, η πανδημία θα του στερήσει κάποιες τιμές), όλα όσα προτάσσει το επικοινωνιακό κύρος ενός τέτοιου θεσμού αλλά και η νόθα ψυχαγωγία, στο καλύτερο μάλιστα περιτύλιγμα. Ένας λόγος παραπάνω όταν οι θεσμοί διέρχονται κρίση κι η αξιοπιστία των πολιτικών έχει αποδυναμωθεί, γεγονός που, δυστυχώς, οδηγεί στην ανάγκη για πολιτική του luxury ή της μεταφυσικής, στην οποία είμαστε, ως «περιούσιος» λαός, επιρρεπείς – ας θυμηθούμε στο σημείο αυτό την απήχηση του μακαριστού κατά κόσμον Χριστόδουλου Παρασκευαΐδη.

Αισίως για τη σύγχρονη Ελληνική Δημοκρατία, ο τελευταίος «εξαδάκτυλος» δεν μπόρεσε να ανταποκριθεί στις προκλήσεις των καιρών του και στην «κληρονομιά» των προγόνων του, και κυρίως της μητέρας του, αφού «μαρμαρωμένος» περιμένει ακόμη στο Λονδίνο το τηλεφώνημα του Κωνσταντίνου Καραμανλή για να επιστρέψει στην Ελλάδα. Επιπλέον, οι όποιες προσπάθειες από τους επιγόνους του για αναγνωρισιμότητα είτε σπαταλώνται στο lifestyle ή, ακόμη πιο επίπονα, τους καταπίνει χαιρέκακα η δίνη του νεποτισμού της εγχώριας πολιτικής τάξης, που πάντα ονειρεύεται τα δικά της «βασιλικά» μεγαλεία…

ΥΓ.: Κάποια στιγμή, περιμένοντας στην ουρά ενός μπουφέ στο περιθώριο μιας σχετικά πρόσφατης επίσημης εκδήλωσης, ρωτήθηκε εις εκ των «διαδόχων» από τον άνθρωπο που σέρβιρε: «Συγγνώμη, μήπως σας ξέρω από Κάλαμο;»…