«Φτου ξελεφτερία» λέγαμε στο παιδικό παιχνίδι «κρυφτό». Με το άγγιγμα κάποιου παίκτη λευτερωνόμασταν από την τιμωρία του παιχνιδιού. Ετσι νιώσαμε το Σαββατοκύριακο και περισσότερο την Κυριακή. Μικροί, μεγάλοι, άντρες, γυναίκες και παιδιά, μπήκαμε στο αυτοκίνητο και τραβήξαμε για την πολιτεία που ονειρευόμασταν τόσους μήνες λόγω της απαγόρευσης. Τι φαεινή ιδέα, η καθολική απαγόρευση μετακίνησης με αυτοκίνητο! Η εφαρμογή της έφερε περισσότερους περιορισμούς, εγκλεισμούς στις πόλεις, στις πλατείες, στα πάρκα, στον μικρόκοσμο της συνοικίας και της γειτονιάς.
Πηγαίνοντας για το κτήμα το πρωί του Σαββάτου έβλεπες την αυξημένη κίνηση των αυτοκινήτων στους δρόμους. Δίπλα στη θάλασσα είχαν σταματήσει οι πρωινοί εξοδούχοι, έβγαλαν καθισματάκια, έστρωσαν τραπεζομάντιλα, άνοιξαν ψυγειάκια και τσάντες, άπλωσαν τις κουμπάνιες τους και τσιμπολογούσαν. Παρακεί τα παιδιά τους έπαιζαν, έτρεχαν πάνω κάτω χωρίς σκοπό. Ζούσαν την προσωρινή ελευθερία τους από τον σπιτικό περιορισμό. Λες και όλοι εκτίαμε ποινή κατ’ οίκον περιορισμού.
Κάποιοι είχαν ρίξει πετονιές στη θάλασσα και ψάρευαν. Αλλοι συνδύασαν την έξοδο με γεωργικές εργασίες. Εκαψαν κλαδιά από τις κλαδεμένες ελιές, για να καθαρίσουν τα κτήματα. Μετά έριξαν στα κάρβουνα παϊδάκια, λουκάνικα και τσίκνισαν, αφού αυτό δεν επιτράπηκε την Τσικνοπέμπτη. Αλλοι έσκαψαν με το σκαπτικό, για να φυτέψουν τα ανοιξιάτικα λαχανικά. Το βράδυ τα ανθοδοχεία γέμισαν με αγριολούλουδα· άσπρες και κίτρινες μαργαρίτες, κόκκινες και μοβ λαλέδες.
Την Κυριακή μπορούμε να πούμε ότι «έγινε το σώσε» στις εξόδους. «Πήραμε τ’ ανάπλαγα» όλοι μας, καθώς λέει μια παλιά φράση του τοπικού ιδιωματικού λόγου της Λέσβου. Ο φόβος της φυγής, που υπάρχει στην ερμηνεία της φράσης, μας έκανε να αμοληθούμε προς όλες τις κατευθύνσεις. Βρεθήκαμε σε πλαγιές, σε κάμπους, σε βουνά, σε λαγκαδιές, σε θάλασσες, σε μοναστήρια και ξωκλήσια, σε αρχαιολογικούς χώρους. Μείναμε όσο το δυνατό περισσότερο έξω, στην ύπαιθρο, μην τυχόν και ανασταλεί το μέτρο της διήμερης εξόδου. Νιώσαμε σαν τους εξοδούχους φαντάρους, που κάθονται έξω από την πύλη του στρατοπέδου μέχρι το τελευταίο λεπτό της δίωρης άδειάς τους.
Πάρα πολλοί επισκέφτηκαν το μοναστήρι του Ταξιάρχη στον Μανταμάδο· συνδύασαν την έξοδο με προσκύνημα στον προστάτη άγιο. Η λαϊκή θρησκευτική παράδοση θέλει τον Ταξιάρχη να εφορμά με την πύρινη ρομφαία του κατά όσων επιβουλεύονται αλλά και πράττουν κακό στους κατοίκους του νησιού. Ετσι και τώρα, ακολουθώντας το «συν Αθηνά και χείρα κίνει», ο δρόμος τούς έφερε προσκυνητές στη διαχρονική χάρη του. Να φύγει το κακό του κορονοϊού, αλλά και να μας προστατεύσει από τις άστοχες και αλλοπρόσαλλες πρακτικές όσων αποφασίζουν για την αντιμετώπιση της πανδημίας. «Κι αυτό θα περάσει» είπαν στην επιστροφή.
* συγγραφέας, διδάκτορας Πολιτισμικής Τεχνολογίας και Επικοινωνίας
