Η πρόταση της υπουργού Οικονομικών των ΗΠΑ Γέλεν για θέσπιση ενός παγκόσμιου κατώτατου ορίου φορολόγησης των εταιρειών είναι το δεύτερο, μετά την απόφαση Μπάιντεν να επενδυθούν 2,3 τρισ. δολάρια σε υποδομές, μήνυμα ότι την επόμενη μέρα της πανδημίας θα αναζητηθεί μια νέα παγκόσμια κανονικότητα.
Ούτως ή άλλως και πριν από την έναρξη της πανδημίας κυρίαρχη ήταν η πεποίθηση ότι η νέα παγκόσμια κανονικότητα έπρεπε να είχε αναζητηθεί με τολμηρές ανατροπές από την επαύριον της έναρξης της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης το φθινόπωρο του 2008.
Αντί της αναγκαίας από τότε μεγάλης ανατροπής των κανόνων του παιχνιδιού αλλά και του πλαισίου μιας άναρχης παγκοσμιοποίησης, οι μεν ΗΠΑ παρέκκλιναν για ειδικό σκοπό και για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα από το δόγμα της αυτορρυθμιζόμενης αγοράς, ενώ η Ε.Ε.–ευρωζώνη αντιμετώπισε την πρόκληση με την απαξιωμένη από τον μεσοπόλεμο συνταγή του αποπληθωρισμού και της σκληρής δημοσιονομικής λιτότητας.
Με δυο λόγια, η Δύση -ΗΠΑ και Ευρώπη- αντί της χάραξης νέας γραμμής πλεύσης επέλεξαν να κλοτσήσουν το τενεκεδάκι…
Τα μέτρα Μπάιντεν και η πρόταση της Γέλεν είναι κάτι παραπάνω από βέβαιο ότι δεν έχουν στόχο να αντιμετωπίσουν μόνον το κόστος και τις παρενέργειες της πανδημίας, αλλά να πυροδοτήσουν τη δυναμική της μεγάλης ανατροπής που παραμένει ζητούμενη από την επόμενη μέρα της χρεοκοπίας της Lehman Brothers τον Σεπτέμβριο του 2008.
Ο ιστορικός του μέλλοντος θα έχει όλα τα κίνητρα να αντιμετωπίσει την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση ως καθοριστικό παράγοντα της αδυναμίας των κρατών να διαχειριστούν την πανδημία.
Η λογική της συρρίκνωσης του ρόλου του κράτους στο όνομα της διαρκούς διεύρυνσης της αγοράς κατέστησε τον πλανήτη ανοχύρωτη πόλη στον Covid-19 με τα λοκντάουν μονόδρομο και τις κυβερνήσεις και τις πολιτικές ηγεσίες να συνθλίβονται ανάμεσα στη Σκύλλα μιας ανεξέλεγκτης κλιμάκωσης της πανδημίας και τη Χάρυβδη μιας χωρίς προηγούμενο στα ιστορικά χρονικά οικονομικής καταστροφής.
