Τον Νίκο Αλιβιζάτο τον γνώρισα, φοιτητής της Νομικής, στα μέσα της δεκαετίας του ’80, ως επαρκή επίγονο του μεγάλου δασκάλου Αριστόβουλου Μάνεση. Συνέχισα να τον παρακολουθώ, διαλεγόμενος μαζί του σιωπηρά, στη διαρκή εκφορά θεσμικού λόγου και αντιλόγου για τα τεκταινόμενα στη δημόσια σφαίρα. Τον παρακολουθώ και εσχάτως να ακροβατεί μεταξύ του ρόλου τού θεσμικού σχολιαστή και των επικαιρικών πολιτικών (και όχι μόνο) στοιχίσεών του. Τρία δείγματα εδώ από πρόσφατες δημόσιες τοποθετήσεις του:
Ερωτώμενος (14-3-2021 σε συνέντευξή του στο news24/7.gr) ο κ. καθηγητής για το θέμα Κουφοντίνα αναρωτιέται με τη σειρά του: «Είναι θέμα πολιτικό ή νομικό;». Πολιτικό, αποφαίνεται, όμως σφάλλει. Το θέμα είναι καταφανώς νομικό και ως εκ τούτου θεσμικό, αφού δομείται επί της επιβολής πρόσθετης ποινής (αποστέρηση της δυνατότητας έκτισης ποινής σε αγροτικές φυλακές) στον καταδικασμένο. Η ποινή αυτή, μάλιστα, α) δεν προβλέπεται αλλά επιβάλλεται ευθέως από τον νόμο και όχι από δικαστήριο ή γενικά δικαιοδοτικό όργανο, β) παρότι επιβάλλεται με διάταξη της σωφρονιστικής νομοθεσίας δεν αφορά παράβαση αυτής αλλά αυτές καθεαυτές τις πράξεις για τις οποίες αυτός έχει ήδη κριθεί και καταδικαστεί και γ) στηρίζεται σε παραδοχή προφανώς ψευδή, αφού ο συγκεκριμένος έχει καταδικαστεί για ανθρωποκτονίες, ενώ αδίκημα τρομοκρατίας τυποποιημένο στην ποινική νομοθεσία δεν υπήρχε, τουλάχιστον κατά τον χρόνο της καταδίκης του. Επιπλέον, η αναγωγή του ζητήματος σε πολιτικό κατορθώνει αυτό που θεωρητικά επιχειρεί να δαιμονοποιήσει: απονομιμοποιεί τον αντίλογο της δημοκρατικής κοινωνίας στην ατομική ένοπλη βία, ο οποίος συνίσταται στην αποδοκιμασία της τελευταίας ως μέσου, διολισθαίνοντας σε ιδεολογική αντιπαράθεση με τον χρήστη της. Τέλος, αδυνατώ να αντιπαρέλθω το γεγονός ότι ο κ. καθηγητής δικαιολογεί τη στάση του αρμόδιου υπουργείου παρότι «υπήρξε ατυχής (!) εφαρμογή του νόμου» και «ο Κουφοντίνας σχολαστικά (;) έχει δίκιο». Τι να πω εγώ; Εχει πει ο ίδιος. Ανακαλώ από μνήμης την ηχηρή επισήμανσή του σε κάποιο αμφιθέατρο της Νομικής το 1988 ότι το δίλημμα μεταξύ τυπικής και ουσιαστικής νομιμότητας είναι αφενός ψευδές και θεσμικά επικίνδυνο!
Στην ίδια συνέντευξη ο Ν. Αλιβιζάτος διατυπώνει, με αφορμή το κίνημα #metoo, μια κριτική προσέγγιση στον θεσμό της ποινικής παραγραφής σοβαρών κακουργημάτων, επικαλούμενος το παράδειγμα των ΗΠΑ και αναρωτώμενος εντέλει: «Τα έχουμε συζητήσει όμως ποτέ όλα αυτά;». Η αλήθεια είναι όμως ότι τα έχουμε συζητήσει και μάλιστα πολύ! Η παραγραφή είναι σημαντικός θεσμός των πιο προηγμένων ποινικών συστημάτων της ηπειρωτικής Ευρώπης και η καθιέρωσή της σύρει από πίσω μια ευρεία φιλοσοφική συζήτηση με πολλά επιχειρήματα, μεταξύ των οποίων η κοινωνική λήθη, η αποστασιοποίηση από τα πιθανά μέσα απόδειξης κ.λπ. Να τα ξανασυζητήσουμε; Βεβαίως! Αρκεί η συζήτηση να γίνει με το ανάλογο βάθος και βάρος.
Το τρίτο δείγμα είναι ένα άρθρο του δασκάλου μου στην «Καθημερινή» στις 15-7-2019 με τον εύγλωττο τίτλο «Δεν χρειάζονται 200 ψήφοι για τον εκλογικό νόμο». Εκεί ξεκινά με την κριτική και εντέλει απορριπτική αποτίμηση της απλής αναλογικής λόγω της «έλλειψης κουλτούρας συμμαχιών» και «ανωριμότητάς» μας. Πέραν του αυτονόητου πατερναλισμού μιας τέτοιας θέσης, πρόκειται και για επισήμανση ιστορικά άστοχη, αφού και υπό την ισχύ ενισχυμένων ή και λιγότερο ενισχυμένων εκλογικών συστημάτων, όταν χρειάστηκαν συναινέσεις για τη διακυβέρνηση, αυτές προέκυψαν απολήγοντας σε σχήματα (π.χ. οι μετεμφυλιοπολεμικές κυβερνήσεις δεξιών και κεντρώων κομμάτων, η κυβέρνηση Ν.Δ. – Συνασπισμού το 1989 και οι πρόσφατες των Ν.Δ. – ΠΑΣΟΚ και ΣΥΡΙΖΑ –ΑΝ.ΕΛΛ.), κάποια εκ των οποίων μάλιστα (ανεξάρτητα από την ουσία των πολιτικών τους, αφού δεν είναι αυτό το ζήτημα εδώ) αποδείχθηκαν ιδιαίτερα ανθεκτικά. Τα παραπάνω αποτελούν βεβαίως τη βάση μιας μεγάλης συζήτησης, την οποία όμως ο Ν. Αλιβιζάτος περιόρισε σε μία, μόλις, παράγραφο. Τόσο άντεξε ο πανεπιστημιακός δάσκαλος πριν πέσει ηττημένος από τον δικηγόρο-σύμβουλο της κυβερνητικής πλειοψηφίας. Διότι όλο το υπόλοιπο άρθρο αφιερώνεται στην παράθεση συμβουλών και -δυστυχώς- τεχνασμάτων για την παράκαμψη («περιγραφή» το λέμε οι νομικοί) των συνταγματικών διατάξεων που αφορούν την εκλογική νομοθεσία. Θυμήθηκα τη ρήση του Μάνεση για τον κοινό νομοθέτη όταν υιοθετεί τέτοιες πρακτικές, ότι «έχει αποδειχτεί αδίστακτα εφευρετικός» («Προτάσεις για τροποποίηση του εκλογικού συστήματος», «Καθημερινή», 1-5-1979, και «Συνταγματική Θεωρία και Πράξη», σ. 724). Αυτή τη φορά ο ψόγος του μεγάλου δασκάλου βρήκε στόχο στο πρόσωπο του επιγόνου.
Το ζήτημα είναι γενικότερο και αφορά τη στάση της νομικής ακαδημαϊκής διανόησης, όχι μόνο στο δημόσιο, αλλά και στο (πιο οικείο σε μένα) ποινικό δίκαιο, απέναντι στην πίεση που δέχονται βασικές θεσμικές παραδοχές από την εκτελεστική εξουσία. Είναι μια διαχρονική συζήτηση στην οποία ο Μάνεσης (ναι, πάλι!) θα επανέρχεται διαρκώς ως επίκλητο υπόδειγμα. Οχι μόνο γι’ αυτό που υπήρξε αλλά, κυρίως, γι’ αυτό που αρνήθηκε: να γίνει σύμβουλος του (όποιου) στέμματος.
* δικηγόρος, ποινικολόγος
