Η πρώτη αντίδραση της Μόσχας και του Πεκίνου στις προσπάθειες της Ουάσινγκτον να προωθήσει μια επιθετική πολιτική ανάσχεσης της επιρροής τους στη διεθνή σκηνή είναι η πρόταση των ΥΠΕΞ των δύο χωρών για σύνοδο κορυφής των πέντε μονίμων μελών του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ.
Πρόκειται, προφανώς, για προληπτική επικοινωνιακή διπλωματική πρωτοβουλία πριν οι νέες κατευθύνσεις της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής αποκτήσουν πολυμερή νομιμοποίηση από συνόδους κορυφής του ΝΑΤΟ και της Ομάδας των 7.
Σήμερα δεν υπάρχει κανένα θεσμοθετημένο ή και άτυπο πλαίσιο διαλόγου μεταξύ της Δύσης από τη μια μεριά και της Ρωσίας και της Κίνας από την άλλη.
Η αποβολή της Ρωσίας την άνοιξη του 2014 από τη μέχρι τότε Ομάδα των 8 ήρθε να προστεθεί στον παροπλισμό του συμβουλίου ΝΑΤΟ – Ρωσίας.
Η κοινή πρόταση Ρωσίας – Κίνας αποβλέπει στο να μεγιστοποιήσει τις όποιες επιφυλάξεις και πολύ περισσότερο αντιδράσεις δυτικών δυνάμεων στην ψυχροπολεμική πολιτική απομόνωσής τους που προωθούν οι ΗΠΑ του Μπάιντεν.
Σε έναν ολοένα και πιο πολυκεντρικό κόσμο με κοινές προκλήσεις, όπως η σημερινή πανδημία (ίσως και επερχόμενες) και η διαχείριση της κλιματικής αλλαγής, η πρόταση της Μόσχας και του Πεκίνου για επανεκκίνηση του ΟΗΕ είναι η διαπίστωση του αυτονόητου.
Στη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου 1947-1991 οι ΗΠΑ κατηγορούσαν τη Σοβιετική Ενωση ότι βραχυκύκλωνε τη λειτουργία του ΟΗΕ με τα συνεχή της βέτο στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ.
Αν οι ΗΠΑ του Μπους πατρός κινήθηκαν στο πλαίσιο του ΟΗΕ στην πρώτη επέμβαση στο Ιράκ, η κυβέρνηση Κλίντον παρέκαμψε χωρίς περιστροφές τον Διεθνή Οργανισμό στη διαχείριση της σύγκρουσης στη Γιουγκοσλαβία.
Ετσι, οι δύο επεμβάσεις στη Γιουγκοσλαβία το 1995 και το 1999, η εισβολή στο Αφγανιστάν το 2001 και η επίθεση στο Ιράκ την άνοιξη του 2003 έγιναν με τυπική και ουσιαστική παράκαμψη του ΟΗΕ, με τις ΗΠΑ να συγκροτούν κατά περίπτωση «συνασπισμούς προθύμων».
Είναι σαφές πως Κίνα και Ρωσία προεξοφλούν ως μη αντιστρέψιμη για το ορατό μέλλον την ψυχροπολεμική παλινδρόμηση των ΗΠΑ του Μπάιντεν.
