«Τα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα, μου τα ‘πες με το πρώτο σου το γάλα…», έγραψε ο Νίκος Γκάτσος, περικλείοντας σε λίγες μόλις λέξεις την αντιφατική πορεία της χώρας από τη γένεσή της. Ακόμη και όσοι ενηλικιωθήκαμε σε περιόδους γεωπολιτικής ομαλότητας, διαισθανθήκαμε τον στίχο, είτε γνωρίζοντας τις αδρές ιστορικές γραμμές είτε έχοντας γίνει κοινωνοί αφηγήσεων. Μας διαπέρασε ο καημός του Ξαρχάκου και νιώσαμε μια -λες και καταχωνιασμένη στις αποσκευές μας- πικρία να έρχεται στην επιφάνεια, σύμφυτη με αναπόδραστη αγάπη για τον τόπο.
Με το αίσθημα αυτό κυρίαρχο διασχίσαμε τον χρόνο για να «παρευρεθούμε» στην επέτειο των 200 ετών από την Ελληνική Επανάσταση. Προσγειωθήκαμε στην πραγματικότητα της παγκοσμιοποίησης, των υπερεθνικών κρίσεων, της πληροφοριακής υπερφόρτωσης, του Νetflix και των κυρίαρχων αμερικανικών πολιτιστικών προϊόντων. Και είναι η στιγμή να αναδιπλωθούμε, προκειμένου να μην καταστούμε παρωχημένοι, διατηρώντας τελικά επίκαιρο μόνο τον στίχο του Διονυσίου Σολωμού «περασμένα μεγαλεία και διηγώντας τα να κλαις».
Η γραφικότητα που σημάδευσε τις προηγούμενες ημέρες και ο αστεϊσμός που ακολούθησε, ίσως τοποθέτησαν το ανούσιο στο προσκήνιο θολώνοντας το ουσιώδες, με κίνδυνο να εκληφθεί η επέτειος ως μια χαμένη ευκαιρία ανάδειξης του όποιου σύγχρονου νοήματός της. Ισως πάλι και να προέβαλαν εμφατικά την ανάγκη να προσεγγίσουμε το γεγονός με άλλον τρόπο.
Πώς λοιπόν δεν θα περιοριστεί σε μια απλή παράθεση ανδραγαθημάτων στα όρια του μύθου; Πώς δεν θα «κλειστεί» σε ένα ακόμη μνημειώδες ιστορικό λεύκωμα; Πώς δεν θα γίνει μόνο μια ευκαιρία επίδειξης στρατιωτικής ισχύος και ετοιμότητας; Πώς δεν θα γίνει φολκλόρ αφορμή παρουσίασης ενδυμασιών ενός ανάλαφρου τελετουργικού μεταμφίεσης; Πώς όσα χρειάζεται να γίνουν σε επίπεδο οπτικοποίησης/αναπαράστασης μπορούν να συνοδευτούν από αισθητική, ώστε να μην καταλήγουν σε μια κακόγουστη αναβίωση; Και το κυριότερο: Πώς δεν θα εγκατασταθούμε μόνιμα στη γραφικότητα;
Ο εορτασμός των 200 χρόνων δεν είναι τυπική υποχρέωση. Ούτε πανηγύρι ούτε μνημόσυνο. Τα 200 χρόνια από την Επανάσταση σηματοδοτούν 200 χρόνια από τον αγώνα δημιουργίας ενός ελεύθερου, ανεξάρτητου κράτους, 200 χρόνια αλματώδους εξέλιξης της χώρας μας μέσα από διαρκείς σκοπέλους, αλλά και 200 χρόνια παθογένειας στην πολιτική και δημόσια ζωή (διχόνοιας, πελατείας, διοικητικής και οικονομικής περιδίνησης, διαρκούς αισθήματος ματαίωσης, μακρού συνδρόμου κατωτερότητας, χρόνιας εξάρτησης από τις ξένες δυνάμεις και συχνά χώρας-έρμαιο στα σχέδια των ισχυρών με ολέθριες συνέπειες).
Σήμερα που βρισκόμαστε σε ιδεώδη χρονική απόσταση από τα γεγονότα -ούτε πρόσφατα είναι αλλά ούτε και τόσο μακρινά ώστε να έχει χαθεί το νήμα της μνήμης- είναι βέβαια η στιγμή να προβούμε σε ενδοσκόπηση. Χρειάζεται μια έντιμη ολιστική αποτίμηση των 200 ετών, χωρίς προκαταλήψεις, χωρίς μονομερείς αναγνώσεις. Ποιες συνθήκες οδήγησαν στον αγώνα αποτίναξης του τουρκικού ζυγού; Ποια η διαδρομή που διανύθηκε έκτοτε, ποια τα μεγάλα επιτεύγματα, ποιες οι περίοδοι και οι αιτίες οπισθοδρόμησης; Πού επιτύχαμε και πού αποτύχαμε συλλογικά;
Το σημαντικότερο όμως είναι να εμπλουτιστεί και να ενδυναμωθεί το νόημα της επετείου, ώστε να μεταφερθεί συμβολικά, έστω και αφαιρετικά, στο σήμερα. Ποια μπορεί να είναι η σύνδεση της τότε επαναστατικής ατμόσφαιρας με όψεις της σύγχρονης ζωής; Τι σήμαινε τότε η επανάσταση και τι σημαίνει σήμερα, που η σκλαβιά λαμβάνει άλλες μορφές; Πώς μπορούμε να δώσουμε νέες κοινωνικές μάχες τη στιγμή που διερχόμαστε φάση ατομικισμού που ευνοείται από τα νέα μέσα και συχνά αναλωνόμαστε σε πολέμους διαδικτύου; Και αν οι πόλεμοι του διαδικτύου αποτελούν όντως τη νέα μορφή αγώνα, επιφέρουν πραγματικά αποτελέσματα; Ζητείται λοιπόν εκ νέου νοηματοδότηση της επετείου με επίκεντρο τη σημασία που έχουν οι κοινωνικοί αγώνες σήμερα και πώς μέσω των αγώνων συντελείται διαχρονικά η κοινωνική πρόοδος και αλλαγή.
Κάθε μία από τις παραπάνω πτυχές θα μπορούσε μεμονωμένα να αναπτυχθεί εκτενώς, αλλά συνδυαστικά θα μπορούσαν να καταστήσουν την επέτειο ουσιαστικό σημείο αναφοράς για τη μετάβαση της χώρας μας σε μια πραγματικά επόμενη ημέρα.
* διδάκτορας Πολιτικής Επικοινωνίας στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης του Πανεπιστημίου Αθηνών
