Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Τη φώναζαν Μαρία. Ιδια η μάνα του Χριστού. Ισως από τη Γεσθημανή ή από τους κήπους του Ιώβ. Αλλοι είπαν πως την έβλεπαν να κατοικεί, μαρμαρωμένη από τον πόνο, στους πάνσοφους τους κήπους της Ποικίλης Στοάς, παρέα με τους Στωικούς και να διπλώνει ανέμους. Αλλοι την άκουγαν στις άγριες τις νύχτες να κράζει το σπουργίτι της, τη μαύρη ώρα που το σκαρί της το χτυπά αδηφάγα τραμουντάνα.

Μάνα από σκόνη. Από ‘κείνη του χρυσαφένιου ήλεκτρου, του ξανθού κεχριμπαριού που αστράφτει στο λιοπύρι. Κιχ δεν έβγαζε η στεγνή της γλώσσα. Ισως ήταν που έμαθε με τη σιωπή πως αβγαταίνει η ψυχή. Τη γνώρισα, από μακριά, στα ράθυμα απογεύματα της θαλασσινής ραστώνης. Αϋλη και διάφανη, σαν από κρύσταλλο ακριβό, στεκόταν και ανάσαινε σε αποσύνθεση. Ωρες ώρες, σαν να την έβλεπα, από καιρό. Τεμάχιζε τον πόνο φέτες και τον γεννούσε ξανά ζωή. Ηταν η μάνα του Αλέξανδρου, του Παύλου, του Ιάσονα. Τραβούσε τη ζωή απ’ τα μαλλιά και την έγδερνε, νυχθημερόν, ώς να χτυπήσει κόκαλο. Επιανε άχρωμους κόκκους άμμου, τους πάστωνε μ’ αλμύρα και συναρμολογούσε το κορμί της. Υστερα άλειφε τα χέρια της με μύρο μητρικό κι έτριβε με ευλάβεια και με σθένος τις δυσκίνητες κλειδώσεις του δύσπλαστου, στο σώμα και στον νου, δεκαεξάχρονου παιδιού της. Κύρτωνε ευλαβικά, καρδιά, κορμί και βλέμμα και σόδευε θαλασσινές ανάσες. Εριχνε τ’ αρίφνητα κουράγια της, σκάλα στο πηγάδι της ψυχής της κι ανέβαζε μπλαβί μπλαβί το κάρβουνο. Το απέθετε στην άμμο και τσαφ το πυρπολούσε όλο. Εμπαινε μέσα στη φωτιά, πυροβατούσε στη λαύρα της ζωής της κι ολότελα φλεγόταν. Ηταν η ώρα που προσκύναγα τη μάνα Παναγιά στην παραλία.

Κι ύστερα αναγεννιόταν απ’ τις στάχτες της. Ρουφούσε τα σκοτάδια της κι επέστρεφε. Επιστράτευε όλη τη δύναμη του κόσμου κι έμπαινε απτόητη στη μάχη. Τράβαγε με σθένος το αδύναμο κορμάκι του παιδιού της, το σήκωνε μεμιάς στο στήθος της και το εβύζαινε με θάλασσα. Πάνω στο ύπτιο σώμα της το ξάπλωνε, με δέος και με θάλπη το ακουμπούσε στο κορμί της. Και κολυμπούσαν δελφίνα και δελφίνι στο γαλανό από απέραντη αγάπη. Και γέμιζε το πέλαγο με ένα μακρύ χαμόγελο παιδιού από τον Σαρωνικό ώς τον αστερισμό «Παντάνασσα». Δικός της ο αστερισμός, όλος δικός της, γιατί οι γνήσιοι ήρωες όταν λαξεύουν τη ζωή στα ύψη της, δεν κάνουν κρότο, πετούν στα χαμηλά και στα αθόρυβα.

* Φιλόλογος, συγγραφέας