Τον Ιούνιο του 2020 η Χριστιανοδημοκρατία στη Γερμανία συγκέντρωνε ποσοστό 40% στις δημοσκοπήσεις, μια εκτίναξη που καταγράφηκε ως επιβράβευση του χειρισμού της πανδημίας από τη Μέρκελ.
Την περασμένη βδομάδα το ίδιο ποσοστό είχε συρρικνωθεί στο 33% και είναι βέβαιο ότι προανάγγειλε τη συντριπτική εκλογική ήττα του CDU στις προχθεσινές τοπικές εκλογές στη Βάδη-Βιρτεμβέργη και στη Ρηνανία-Παλατινάτο.
Σπάνια στη Γερμανία έχει καταγραφεί παρόμοια ομοφωνία για τις εθνικές επιπτώσεις τοπικών εκλογικών αναμετρήσεων.
Ετσι το αδιανόητο πριν από μερικές βδομάδες σενάριο της μετεκλογικής συνεργασίας χωρίς τη συμμετοχή της Χριστιανοδημοκρατίας προβάλλει πλέον ως πιθανό.
Και όχι μόνον καθώς δεν μπορεί πλέον να θεωρείται δεδομένο ούτε καν το διαχρονικό προβάδισμα της Χριστιανοδημοκρατίας που είναι σταθερά το πρώτο κόμμα.
Είτε με τον νέο κομματικό ηγέτη Λασέτ είτε με τον πρωθυπουργό της Βαυαρίας Σέντερ ως υποψήφιο για την καγκελαρία το CDU είναι φανερό ότι δεν εμπνέει πλέον το αίσθημα ασφάλειας και υπεροχής που κυριαρχούσε στην κοινή γνώμη για μία δεκαετία, από την έναρξη της κρίσης στην ευρωζώνη την άνοιξη του 2010 μέχρι την έκρηξη της πανδημίας πριν από έναν χρόνο.
Ομως παρά την προαναγγελθείσα αποχώρηση της Μέρκελ από την καγκελαρία και την πιθανή διαδοχή της από Σοσιαλδημοκράτη ή Πράσινο με τη Χριστιανοδημοκρατία στην αντιπολίτευση, ο ορίζοντας παραμένει θολός.
Θα υπάρξουν οι προϋποθέσεις για μια αναθέρμανση του ευρωπαϊκού ζήλου του Βερολίνου ή θα έχουμε έναν μερκελισμό χωρίς τη Μέρκελ;
Είναι τουλάχιστον αξιοπερίεργο πως τα εναλλακτικά μετεκλογικά κυβερνητικά σενάρια περιορίζονται σχεδόν αποκλειστικά στην αριθμητική της κοινοβουλευτικής αυτοδυναμίας και όχι στη συμβατότητα των προγραμματικών θέσεων των δυνητικών κυβερνητικών εταίρων.
Ετσι κατά περίπτωση οι Πράσινοι και οι Σοσιαλδημοκράτες αθροίζονται είτε με τους Φιλελευθέρους είτε με την Αριστερά.
Ενα είναι βέβαιο, ότι η πολύ πιθανή συγκρότηση για πρώτη φορά μετά το 1949 τρικομματικού κυβερνητικού συνασπισμού θα δυσχεράνει εκ των πραγμάτων την όποια διόρθωση και πολύ περισσότερο, αλλαγή γραμμής πλεύσης του Βερολίνου στην Ε.Ε.-ευρωζώνη.
