Η ειδική συνθήκη της πανδημίας βρίσκει τη χώρα μας στη δική της ιδιόμορφη συγκυρία. Ο φόβος του ιού συνυπάρχει με την πολιτική παθογένεια. Το τρίτο κύμα της πανδημίας συμπίπτει με την ύστατη πράξη ενός πολιτικού συστήματος σε χρόνια αποσύνθεση. Συμπίπτει και με τα στερνά της παρατεταμένης περιόδου της Μεταπολίτευσης, που, γριά γυναίκα πια, βλέπει πολλά από τα όνειρά της ανεκπλήρωτα ή και εκφυλισμένα.
Ευθύνεται, βέβαια, και η ίδια, διότι επέτρεψε να περιβληθεί από λογής «εγγυητές» που, εκμεταλλευόμενοι την αίγλη της, είτε την πρόδωσαν είτε την έσυραν σε φθηνές συναναστροφές. Η νοσηρή ατμόσφαιρα που αντικατοπτρίζεται σήμερα σε κάθε όψη του δημόσιου βίου είναι απότοκός της.
Στην περίοδο της οικονομικής κρίσης η Μεταπολίτευση επλήγη καίρια και η κοινωνία που είχε ζωστεί τον μύθο της περιήλθε σε κατάσταση αποσταθεροποίησης. Διαισθανόμενη, ωστόσο, την αδιέξοδη πορεία, από το 2012 και εξής επιχείρησε να διαφύγει, ζητώντας ανασύνθεση του πολιτικού σκηνικού. Τα κατάλοιπα όμως παρέμεναν υπαρκτά.
Εκ των δύο κυρίων εκφραστών της Μεταπολίτευσης, το ΠΑΣΟΚ, εν μέσω κρίσης, έκλεισε τον ιστορικό του κύκλο. Εχοντας εκπληρώσει σε μεγάλο βαθμό την κοινωνική του υπόσχεση αλλά εν συνεχεία απομακρυνόμενο από το αξιακό της φορτίο, διέρρηξε οριστικά τη συναισθηματική σχέση που διατηρούσε με το ακροατήριό του. Αντιθέτως, η Νέα Δημοκρατία, παρά την ποσοστιαία φθορά που υπέστη, άντεξε, καθώς ποτέ δεν διατάραξε επί της ουσίας τις σχέσεις της με ό,τι παραδοσιακά εκπροσωπούσε. Σε ένα παράθυρο ιστορικής ευκαιρίας, ο ΣΥΡΙΖΑ δυνάμωσε μέσα από ένα κράμα αισθήματος διάψευσης προσδοκιών, ατμόσφαιρας καταγγελίας, αλλά και αυθεντικά αναδυόμενου κοινωνικού αιτήματος ρήξης με το παρελθόν, επιτυγχάνοντας –αν και ανώριμος– να αμβλύνει σημαντικά την κοινωνική ένταση. Ωστόσο, το ζητούμενο που απομένει να εκπληρώσει είναι να χαράξει πορεία, να δείξει δρόμο.
Το τέλος της Μεταπολίτευσης δημιούργησε ένα ακροατήριο σκεπτόμενο μα και σκεπτικιστικό, που δεν δημιουργεί εύκολους συναισθηματικούς πολιτικούς δεσμούς, αλλά ζητά ρεαλιστικές προτάσεις εκπεφρασμένες με τρόπο που δεν προσβάλλει τη νοημοσύνη του και κατ’ επέκτασιν την αισθητική του.
Πριν από τις εκλογές του 2019, η Νέα Δημοκρατία, επενδύοντας διά του κυρίου εκφραστή της σε ένα προφίλ λογικής, σύνεσης, μετριοπάθειας, είχε εντέχνως εισαγάγει εκτεταμένα στον πολιτικό της λόγο τη φρασεολογία που απορρέει από τα ιδεώδη του Κέντρου και της Κεντροαριστεράς. Αυτό ακριβώς το στοιχείο τής επέτρεψε να δημιουργήσει γέφυρα με το προαναφερθέν ακροατήριο. Κατά την περίοδο όμως της πανδημίας, καθώς ο λόγος βρέθηκε σε πλήρη ανακολουθία με τα πεπραγμένα, τούτο το αφήγημα κατέρρευσε. Η σοβαροφάνεια αποκαλύφθηκε ως γραφικότητα, η αριστεία ως διαχειριστική ανικανότητα, η μετριοπάθεια ως αυταρχισμός και η «κοινή λογική» ως εξυπηρέτηση των ημετέρων. Και οι δεσμοί με το παλαιό καταφανείς.
Συνεπώς, η πρόσφατη συζήτηση προ ημερησίας διατάξεως με θέμα «την ποιότητα της δημοκρατίας και του δημοσίου διαλόγου», ήταν πράγματι επίκαιρη, ιδίως επειδή –ίσως σε μια έκλαμψη αυτοκριτικής– ανοίγει από εκείνους που μακροχρόνια ευθύνονται για την κατάπτωσή της.
Οσοι δραστηριοποιούμαστε στην επικοινωνία, έχοντας ως εργαλείο τον λόγο –δουλεύοντας αλλά και παλεύοντας με τις λέξεις– γνωρίζουμε ότι εδώ και καιρό βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μία αντικειμενική δυσκολία. Οι λέξεις έχουν υποστεί τόση φθορά –και με δική μας υπαιτιότητα– που ο μόνος λόγος ο οποίος μπορεί σήμερα να εισακουσθεί πλειοψηφικά είναι ο έλλογος που μετουσιώνεται σε απτή δράση.
Σε έναν δημόσιο λόγο του οποίου οι εκφραστές συχνά ανταγωνίζονται σε ακρότητα και επενδύουν στον εύκολο, στιγμιαίο εντυπωσιασμό, δημιουργώντας μία μάχη πόλωσης στην οποία η κοινωνία δεν ακολουθεί, θα είμαστε όλοι χαμένοι. Μία είναι η πρόκληση: τη στιγμή που τα θραύσματα του παλαιού πετάγονται ενώπιον των όχι και τόσο έκπληκτων ματιών των πολιτών, με κίνδυνο να τους τραυματίσουν για πολλοστή φορά, να απουσιάζει κάθε κάλυψη προστασίας, κάθε καλύτερη οπτική.
Ενώ, λοιπόν, σήμερα ο ορίζοντας έχει συννεφιάσει και μοιάζει να απουσιάζει το ελπιδοφόρο μήνυμα, πίσω από τα σύννεφα υπάρχει μια μοναδική ευκαιρία. Να κλείσουμε για πάντα με το παρελθόν. Στην παρακμή του πολιτικού συστήματος πρέπει να απαντήσουμε προτάσσοντας έναν νέο πολιτικό πολιτισμό και προωθώντας μια νέα κοινωνική αντίληψη. Υπήρχε ένα ζιζάνιο στην αυλή μας που έπνιγε τα φυτά του κήπου. Το κλαδέψαμε. Οι ρίζες του όμως αποδείχθηκαν πολύ βαθύτερες. Τώρα ας το ξεριζώσουμε.
* διδάκτορας Πολιτικής Επικοινωνίας στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης του Πανεπιστημίου Αθηνών
