ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Στέλιος Φωτεινόπουλος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Tα πλουσιότερα κράτη του κόσμου, ενώ αντιπροσωπεύουν μόλις το 14% του παγκόσμιου πληθυσμού, έχουν ήδη προαγοράσει το 53% των εμβολίων. Και ενώ η βούληση και η οργανωτική ικανότητα των διεθνών οργανισμών να ελέγξουν την πανδημία δοκιμάζεται καθημερινά, τα πιο φτωχά κράτη του κόσμου ρισκάρουν να βρεθούν στον πάτο της εφοδιαστικής αλυσίδας των εμβολίων. Είναι όμως έτσι; Υπάρχει οδικός χάρτης για να βγούμε από αυτή τη δίνη όλοι μαζί;

Ο,τι κοντινότερο έχουμε σε διεθνή συνεργασία στον τομέα των εμβολιασμών είναι το λεγόμενο COVAX, το πρόγραμμα του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας. Το σχέδιο αυτό αναπτύχθηκε από τον Οργανισμό τους τελευταίους μήνες για να αντιμετωπίσει τις πιθανές ελλείψεις δόσεων που θα προέκυπταν στις πιο φτωχές χώρες του πλανήτη. Αρχικός στόχος ήταν η εγγύηση και η παράδοση περίπου 2 δισ. δόσεων εμβολίου μέχρι το τέλος του 2021 ώστε να καλυφθεί απλώς το 20% των πιο ευπαθών ομάδων σε 91 φτωχές και αναπτυσσόμενες χώρες. Ομως ακόμη και αυτός ο στόχος φαίνεται να κινδυνεύει να τιναχτεί στον αέρα με ευθύνη των ισχυρών του πλανήτη, ρισκάροντας έτσι να αφεθούν πολλές εκατοντάδες εκατομμύρια ανθρώπων χωρίς πρόσβαση στο εμβόλιο μέχρι το 2024.

Σύμφωνα με εσωτερική έκθεση του Gavi, της διεθνούς συμμαχίας κυβερνήσεων, φαρμακευτικών κολοσσών, της Παγκόσμιας Τράπεζας, της Unicef και του Ιδρύματος Gates, ο αποκλεισμός των πιο φτωχών πληθυσμών του πλανήτη από το εμβόλιο τινάζει στον αέρα συνολικά την έξοδο από την πανδημία. Ταυτόχρονα, όμως, θέτει μία σειρά από σημαντικά ερωτήματα που έχουν να κάνουν με τη δυνατότητα των νεοφιλελεύθερων διευθυντηρίων να σχεδιάζουν λύσεις σε τέτοιου είδους προβλήματα.

Η εσωτερική έκθεση συζητήθηκε στο διοικητικό συμβούλιο της Gavi στα μέσα Δεκεμβρίου. Από τότε βέβαια λίγα έγιναν και οι αρχικές ανησυχίες μάλλον μετατράπηκαν σε βεβαιότητα.

Η γνωστή Citygroup, σε έκθεση ρίσκου που ετοίμασε για λογαριασμό της Gavi, σημειώνει ότι το μεγαλύτερο ρίσκο φαίνεται να προέρχεται από ρήτρες στα συμβόλαια παροχών τα οποία επιτρέπουν σε συγκεκριμένες χώρες να παρακάμψουν το παγκόσμιο πρόγραμμα εμβολιασμών του ΠΟΥ. Mε άλλα λόγια, ο διεθνής συντονισμός παρουσιάστηκε στις κυβερνήσεις περίπου ως εθελοντική υπόθεση, χωρίς δεσμεύσεις ή υποχρεώσεις προς την παγκόσμια κοινότητα. Επιπλέον ο ΠΟΥ ανακοίνωσε πρόσφατα ότι χρειάζεται άλλα 4,9 δισ. δολάρια ώστε να καλύψει την αγορά εμβολίων που θα ανταποκρίνεται στους στόχους του. Είναι σαφές ότι οι τιμές που τελικά οι φαρμακευτικές πωλούν είναι τέτοιες που προτεραιοποιούν το κέρδος σε βάρος της υπηρέτησης του δημόσιου συμφέροντος.

Το εμβόλιο, όμως, αποτελεί συλλογικό επίτευγμα. Για πρώτη φορά στην ανθρωπότητα τόσο πολλές ομάδες κορυφαίων επιστημόνων έχουν θέσει εαυτούς στην παγκόσμια υπόθεση της δημιουργίας ενός εμβολίου. Εξίσου πρωτοφανή είναι και τα ποσά δημόσιου χρήματος που έχουν διατεθεί παγκοσμίως για τον σκοπό. Στην περίπτωση του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης και της AstraZeneca μόνο, η βρετανική κυβέρνηση έχει διαθέσει πάνω από 230 εκατομμύρια λίρες για τις ανάγκες της έρευνας. Ηδη υπάρχουν φωνές που δημοσίως μιλούν για υπέρογκα ιδιωτικά κέρδη που όμως προέρχονται από δημόσιες επενδύσεις.

Από την άλλη, οι ρήτρες των συμβολαίων που έχουν υπογράψει οι φαρμακευτικές, για την ώρα, αναφέρουν ότι δικαίωμα σε διεκδίκηση κερδών θα έχουν μόνο εφόσον ο ΠΟΥ ανακοινώσει άρση του καθεστώτος της παγκόσμιας πανδημίας και την υποβάθμισή του σε επιδημία. Ηδη δημοσιογράφοι στη Βρετανία έχουν αρχίσει και ερευνούν πιθανές πιέσεις των φαρμακευτικών προς τον ΠΟΥ για να επιταχυνθεί μια τέτοια εξέλιξη που θα επιτρέψει στις πρώτες να κάνουν χρήση αυτών των συμβατικών ρητρών. Είναι όμως αυτή η συνθήκη με το μεγαλύτερο ρίσκο για την παγκόσμια κοινότητα;

Τα στοιχεία που έδωσε πρόσφατα στη δημοσιότητα η Oxfam και τα οποία επιβεβαιώνει η οργάνωση Global Justice Now δείχνουν ότι τα πλουσιότερα κράτη του κόσμου, ενώ αντιπροσωπεύουν μόλις το 14% του παγκόσμιου πληθυσμού, έχουν ήδη προαγοράσει το 53% των εμβολίων. Αποτέλεσμα είναι περίπου τα 70 πιο φτωχά κράτη να έχουν τη δυνατότητα, με τα μέχρι στιγμής στοιχεία, να εμβολιάσουν μόλις έναν στους δέκα πολίτες τους μέσα στο 2021.

Το μέγεθος της ανισομερούς πρόσβασης στον εμβολιασμό και κατ’ επέκταση της αποτυχία του COVAΧ είναι το γεγονός ότι τα πιο εύπορα κράτη αυτή τη στιγμή φαίνεται να έχουν προαγοράσει τόσες δόσεις που τους επιτρέπουν να εμβολιάσουν έως και τρεις φορές το 100% των πολιτών τους. Ο Καναδάς μόνο έχει προπαραγγείλει αρκετές δόσεις εμβολίων που αντιστοιχούν σε 5 γύρους εμβολιασμού ανά πολίτη. Στην περίπτωση δε της Βρετανίας, ο ΠΟΥ αναγκάστηκε στα τέλη Ιανουαρίου να την καλέσει σε αυστηρό ύφος να παύσει τον εμβολιασμό όταν αυτός ολοκληρωθεί στις πιο ευπαθείς ομάδες, ώστε να βεβαιώσουν ότι μερίδιο στην παραγωγή θα έχουν και άλλες μικρότερες χώρες.

Ομως ο εμβολιαστικός εθνικισμός που ακολουθούν ορισμένοι θα γυρίσει μπούμερανγκ σύμφωνα με σειρά μελετών. Η εντύπωση ότι ο γρηγορότερος κερδίζει, είναι αυταπάτη. Ο σερ Τζέρεμι Φαράρ, μέλος της επιστημονικής ομάδας της βρετανικής κυβέρνησης, υπογραμμίζει πως «ο εμβολιασμός μεγάλου αριθμού πολιτών σε λίγες χώρες όχι μόνο είναι αναποτελεσματικός άλλα θα οδηγήσει σε περισσότερες μεταλλάξεις του ιού». Το Ινστιτούτο του Διεθνούς Εμπορικού Επιμελητηρίου με έδρα το Παρίσι έχει υπολογίσει πως ο άτυπος αποκλεισμός των αναπτυσσόμενων κρατών σε Νότια Αμερική, Αφρική και Ασία από τα εμβόλια θα κοστίσει περίπου 9,2 τρισεκατομμύρια δολάρια στην παγκόσμια οικονομία.

Είναι δυνατή η έξοδος από την πανδημία σύντομα όσο η ασύδοτη και ανεύθυνη στάση των πλουσίων του κόσμου ενθαρρύνεται με αυτό τον τρόπο; Η απάντηση είναι αρκετά απλή και μάλλον βρίσκεται σε όσα είπε ο καθηγητής Ανοσολογίας του Πανεπιστημίου Ιμπίριαλ στο Λονδίνο, Ρόμπιν Σάτοκ: «Κανένα κράτος, ούτε η Μεγάλη Βρετανία, δεν θα μπορέσει να θεωρηθεί ασφαλές μέχρι όλος ο πλανήτης να αποκτήσει πρόσβαση στον εμβολιασμό». Στο ίδιο μήκος κύματος και ο γ.γ. του ΟΗΕ Αντόνιο Γκουτέρες που στα μέσα Ιανουαρίου είχε σημειώσει πως «εκεί που η επιστήμη επιτυγχάνει, η αλληλεγγύη αποτυγχάνει».

Με βάση τα παραπάνω, τίθεται ένα σημαντικό ερώτημα. Μπορούν οι νόμοι της ελεύθερης αγοράς και τα παραδοσιακά επιχειρησιακά μοντέλα να σχεδιάσουν μια τέτοια παγκόσμιας κλίμακας κοινωνική φροντίδα;

Ο Βρετανός οικονομολόγος Τζέιμς Μίντγουεϊ αναφέρει πως από τη σκοπιά των φαρμακευτικών η σημερινή συνθήκη αποτελεί ένα success story μια και «η πανδημία αποτελεί ένα δημόσια εγγυημένο πακέτο διάσωσης, με πολλά δισεκατομμύρια να ρίχνονται στην έρευνα και ταυτόχρονα να εξασφαλίζονται αγορές για τα προϊόντα τους σε κάθε γωνιά του πλανήτη». Από τη σκοπιά όμως της παγκόσμιας κοινότητας τα πράγματα είναι εντελώς διαφορετικά. Η πανδημία είναι κάτι περισσότερο από μια έκτακτη υγειονομική συνθήκη.

Ισως υπάρχει μια καλή ευκαιρία να σκεφτούμε ξανά με ποιους όρους επιλέγουμε να συνυπάρχουμε ως κοινωνίες, να λαμβάνουμε αποφάσεις για ζητήματα που υπερβαίνουν μία γεωγραφική περιοχή του πλανήτη και τελικά να οργανώνουμε την κάλυψη καθολικών αναγκών σε καινούργια βάση.