ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Ευάγγελος Αυδίκος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ολα όσα συμβαίνουν αυτές τις μέρες είναι στον χώρο του παραλόγου. Φαίνεται ότι τα 200 χρόνια από τον 1821 έχουν επηρεάσει κάποιους ανθρώπους. Θεώρησαν πως το υπουργείο τους είναι περίπου το σύγχρονο Μεσολόγγι, απ’ όπου ανθίστανται σ’ όσους έχουν θολούρα στο μυαλό αμφισβητώντας τον αναγεννητικό τους οίστρο.

Η δε επί του πολιτισμού αρχιδιακόνισσα ντύθηκε Μπουμπουλίνα, να μην πω Λένω Μπότσαρη, κραδαίνοντας στο χέρι το γιαταγάνι. Αρνείται να παραιτηθεί, δεν έχει ολοκληρώσει ακόμη τη θεόπνευστη αποστολή της.

Θέατρο του παραλόγου, εκδηλώσεις παιδικών ασθενειών που ταλαιπωρούν ακόμη το δύσμοιρο νεοελληνικό κράτος. Καμώματα και πείσματα από ανθρώπους που έχουν τραυματίσει βαρύτατα τον πολιτισμό. Γιατί η πιο βαθιά ρίζα του πολιτισμού είναι η ταπεινοφροσύνη.

Αυτή η μέγιστη αρετή είναι που λείπει σ’ όσα εξελίσσονται. Και δεν είναι η μόνη απ’ όσους κατέχουν δημόσιες θέσεις. Νομίζουν πως το κράτος αλλά και οι πολίτες τούς ανήκουν. Τα σώματα και οι ψυχές τους. Το μέλλον τους. Η εξουσία, ιδίως όταν δεν συνοδεύεται από δυνατότητα αναστοχασμού, γίνεται επικίνδυνη. Πολύ περισσότερο όταν νιώθουν τις πληγές που έχουν υποστεί. Ευτυχώς όμως που υπάρχει και η άλλη πλευρά. Σύγχρονες γυναίκες και άντρες με καθαρό μυαλό και διαυγές πρόσωπο.

Τέτοια ήταν και η Λάμπρω η Κοσμηριώτισσα, έτσι την καταγράφει στην αναφορά του στο στρατηγείο ο Δημήτριος Νότη Μπότσαρης, που συμμετείχε στις μάχες του Μπιζανίου για την απελευθέρωση της πόλης των Ιωαννίνων.

Η Λάμπρω ήταν μια απλή κοπέλα που βόσκαγε τα πρόβατά της στο χωριό της, την Κοσμηρά. Οχι μακριά από το Μπιζάνι. Ομως, δεν σήκωνε μύγα στο σπαθί της. Κι έτσι, όταν ο αγάς της περιοχής την κάλεσε να την ελέγξει που δεν πειθαρχούσε στις εντολές του, η Λάμπρω δεν κιότεψε. Ο αχός από τα κανόνια του Μπιζανίου έφτανε ώς το χωριό της. Ολοι μιλούσαν γι’ αυτό που έρχεται. Ακουγε άλλους που σιωπούσαν περιμένοντας να δούνε προς το πού θα γείρει η ζυγαριά.

Η ίδια δεν το πολυσκέφτηκε. Χρειαζόταν μόνο γουρνοτσάρουχα, τόσο πολύ η φτώχεια έδερνε τα γονικά της. Τα πήρε με την απειλή μαχαιριού, φόρεσε τη φουστανέλα της, πώς αλλιώς θα γινόταν αποδεκτή σ’ έναν χώρο που η γενναιότητα θεωρήθηκε ανδρικό προνόμιο.

Η Λάμπρω παρέσυρε στο διάβα της όλα τα στερεότυπα. Παθιασμένη, πολέμησε στο πλευρό όσων αγωνίστηκαν για την απελευθέρωση της πόλης. Χωρίς να ζητήσει ανταμοιβή. Και αφού προσέφερε τις υπηρεσίες στις Ιερολοχίτισσες της Κορυτσάς (1914), επέστρεψε στο χωριό της. Βόσκοντας τα πρόβατά της. Κι έτσι αποχώρησε από τη ζωή. Ταπεινόρφων. Χωρίς μεγαλοστομίες. Ησυχη που έκανε το καθήκον της.

Δεν ξέρω αν θα θυμηθεί κανείς τη Λάμπρω. Δεν περισσεύει χώρος.