Ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, αμέσως μετά την ανάδειξη του κόμματος της Νέας Δημοκρατίας σε κυβέρνηση (εκλογές της 7ης Ιουλίου 2019), προχώρησε στην πρώτη θεσμική και κοινοβουλευτική πράξη του: να ιδρύσει το «επιτελικό κράτος». Εκτοτε, ολόκληρη η ελληνική πολιτική κοινωνία (κόμματα, πολίτες, θεσμοί κ.λπ.) προσπαθεί να καταλάβει τι είναι το «επιτελικό κράτος» και να απαντήσει στο ερώτημα «Σε τι χρησιμεύει αυτού του τύπου το κράτος στη λειτουργία της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας;».
Ο ίδιος περιμένω εδώ και μήνες από τους συναδέλφους μου, ειδικούς επιστήμονες, να μας εξηγήσουν περί τίνος πρόκειται. Και ενώ σιγά σιγά φθάνουμε στο μέσο της κοινοβουλευτικής περιόδου (Ιούλιος του 2021), διαπιστώνω ότι η πολιτική κοινωνία μας, είτε εθελοτυφλεί είτε στρουθοκαμηλίζει. Και οι δύο πολιτικές στάσεις και συμπεριφορές καταλήγουν στο ίδιο αποτέλεσμα: κανείς από τους δρώντες στην πολιτική κοινωνία δεν θέλει να καταλάβει τον ρόλο του επιτελικού κράτους σε μια σύγχρονη κοινοβουλευτική δημοκρατία.
Αλλά ας εξετάσουμε τα πράγματα με τη σειρά: πρώτον, η ίδρυση ενός θεσμικού κέντρου (π.χ. του επιτελικού) στο εσωτερικό της κυβερνητικής εξουσίας, η οποία θέλει να ελέγχει τα πάντα σε μια κοινοβουλευτική δημοκρατία, σημαίνει ότι αυτή η δημοκρατία κουβαλάει αθεράπευτες παθογένειες όσον αφορά τη δομή της και τη λειτουργία της. Δεύτερον, τέτοιου τύπου κρατικοί θεσμοί λειτουργούν μόνο σε καθεστώτα, τα οποία αυτοπροσδιορίζονται ως «ανελεύθερη δημοκρατία» (π.χ. το πολιτικό αυταρχικό καθεστώς της Ουγγαρίας).
Και, τρίτον, το οποίο κατά την επιστημονική άποψή μου είναι και το σημαντικότερο σημείο στη θεωρητικο-πολιτική προβληματική μας, διατυπώνεται ως εξής: οι διαδικασίες κοινοβουλευτικών αποφάσεων, η άσκηση της κυβερνητικής εξουσίας, οι μαθησιακές διαδικασίες των πολιτών, οι θεσμοί του κράτους δικαίου και οι λειτουργίες τους και πολλά άλλα δημοκρατικά «πράγματα», δεν εντάσσονται ποτέ στο πλαίσιο της δημοκρατικής κοινοβουλευτικής εξουσίας σ’ έναν θεσμό απολυταρχικού πνεύματος.
Επειδή δεν είμαι ειδικός επιστήμων, ο οποίος θα μπορούσε να ερευνήσει τις σχέσεις του απολυταρχικού επιτελικού κράτους με την πολιτική κοινοβουλευτική δημοκρατία μας, θα περιορισθώ σε μια θεωρητικο-πολιτική ανάλυση, η οποία επισημαίνει τα εξής: πρώτον, η πραγματολογική ανάπτυξη του πνεύματος και των πρακτικών τα δημοκρατίας δεν εξαρτάται ποτέ, στην ευρωπαϊκή πολιτική ιστορία, από εξωγενείς παράγοντες, αλλά ακολουθεί την εξέλιξη του εγγενούς ορθολογικού στοιχείου.
Δεύτερον, όσοι θεσμοί (κρατικοί, πολιτικοί ή και κοινωνικοί) δημιουργηθούν κατά την ιστορική εξέλιξη, αυτοί δεν είναι «πολιτική υπόθεση» από «τα πάνω», αλλά δημιουργήματα των ιστορικο-κοινωνικών συνθηκών. Αναφέρω χαρακτηριστικά την περίπτωση του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ), του οποίου η ίδρυση εδώ και έναν αιώνα απαντούσε στο ερώτημα «Ποιος είναι ο ελεγκτής της νομιμότητας των πράξεων του κράτους;» σε μια εποχή κατά την οποία το ίδιο το κράτος δεν είχε αποκτήσει την αυτοεικόνα του!
Επανέρχομαι, έπειτα απ’ αυτά, στο αρχικό ερώτημά μας: Σε τι χρησιμεύει η ίδρυση του «επιτελικού κράτους» από την κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη; Μήπως θεσμοθετείται ένας πανοπτικός μηχανισμός ακριβώς για να ελεγχθεί η νομιμότητα των αποφάσεων και των πράξεων ή ακόμη και να ελαχιστοποιηθεί η κλίμακα διαφθοράς που χαρακτηρίζει το ελληνικό Δημόσιο;
Η πολιτική απάντησή μου, ως πολιτικού φιλοσόφου, στα ερωτήματα αυτά είναι η εξής: το «επιτελικό κράτος» του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη δεν κάνει τίποτε απ’ όλα αυτά. Αντιθέτως, καταδεικνύει ότι η ελληνική κοινοβουλευτική δημοκρατία εξακολουθεί να συγκροτείται ως «καχεκτική πολιτική υπόθεση». Με απλά λόγια, η ίδρυση του «επιτελικού κράτους» είναι η πολιτική ομολογία ότι η κοινοβουλευτική δημοκρατία στην Ελλάδα απέτυχε.
* καθηγητής Πολιτικής Φιλοσοφίας στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης
