Από την πανδημία μάθαμε πολλά. Καταρχήν αναθεωρήσαμε τις απόψεις για το απίθανο, το αλώβητο, το απρόσβλητο και το αδιανόητο. Συνειδητοποιήσαμε, δηλαδή, ότι όσα πριν από δύο χρόνια αντιμετωπίζαμε ως ακλόνητα και αδιαπραγμάτευτα κεκτημένα, είναι αμφίβολα, ασταθή, ευμετάβλητα και σίγουρα όχι δεδομένα. Από τη σιγουριά της κατακτημένης προόδου, βρεθήκαμε να ζούμε σε ένα περιβάλλον φόβου και ανασφάλειας, το οποίο μέχρι να σκάσει η πανδημία πιστεύαμε ότι ήταν «προνόμιο» των κατοίκων της Αφρικής ή κάποιων υποβαθμισμένων χωρών της Κεντρικής Αμερικής και της Καραϊβικής, π.χ. της Αϊτής.
Το εντυπωσιακό δεν είναι τόσο η σφοδρότητα και η έκταση των βίαιων αλλαγών, όσο η ταχύτητα με την οποία συμβιβαστήκαμε και προσαρμοστήκαμε σ’ αυτές. Σ’ αυτό δεν βοήθησε τόσο η ικανότητα του ανθρώπου να αναγνωρίζει τον κίνδυνο και να αμύνεται, όσο η επικοινωνιακή διαχείριση του φόβου από τις ηγεσίες. Στένεψαν και κόντυναν τον χώρο που κινείται ο πολίτης, ώστε η ζωή και η σκέψη του να περιοριστούν στα λίγα τετραγωνικά που περικλείουν οι απαγορεύσεις, οι ΜΕΘ και τα εμβόλια και να εξοβελίσει όλα τα μείζονα προβλήματα που αφορούν τα ατομικά δικαιώματα, την εργασία, την ποιότητα του αέρα, την κοινωνική ασφάλεια…
Οι ηγεσίες ανάλογα με τις ανάγκες και τις προτεραιότητές τους ρυθμίζουν τις δόσεις φόβου, ώστε να μεγαλώνουν ή να συρρικνώνουν τα «τετραγωνικά» της ελευθερίας για να γίνεται ευκολότερη η χειραγώγηση των… εγκλωβισμένων. Αλλά το πιο εντυπωσιακό επίτευγμά τους είναι ότι όχι μόνο κατάφεραν να περιορίσουν στα επιθυμητά –γι’ αυτούς– όρια τις ζωές δισεκατομμυρίων ανθρώπων, αλλά πέτυχαν να μετατρέψουν πολλούς σε αστυνόμους των υπολοίπων. Και έτσι στα πρώτα γενέθλια του Covid-19 ο κόσμος μας έγινε πιο μικρός, πιο απομακρυσμένος και πιο απομονωμένος.
Καθώς αντικρίζεις κατάφατσα τη νέα πραγματικότητα, αντιλαμβάνεσαι όχι μόνο την έκταση των γνώσεων που έχουν οι διαχειριστές για την ανθρώπινη φύση –είτε μεμονωμένη είτε ως ομάδα– αλλά τον κυνισμό, την πυγμή και την ιδιοτέλεια που χαρακτηρίζουν τη διαχείριση αυτής της γνώσης. Και εύλογα σκέφτεσαι: Αν οι εξουσίες μπορούν τόσο γρήγορα και με τόση ευκολία να κάνουν τον άνθρωπο να συμπεριφέρεται σαν τη χελώνα που μαζεύεται ή βγαίνει από το καβούκι της ανάλογα με το αίσθηση της απειλής, τότε γιατί να μην αποπειραθούν να πράξουν το ίδιο και με τη δημοκρατία;
Το σίγουρο είναι ότι η πολιτική διαχείριση των αυταρχικών ηγετών χαρακτηρίζεται από τη διαχείριση του φόβου. Αναδεικνύουν, επινοούν, εφευρίσκουν και μεγεθύνουν υπαρκτούς και ανύπαρκτους κινδύνους και απειλές προκειμένου να διαμορφώσουν τις συνθήκες που θα τους επιτρέψουν να προωθήσουν τις επιδιώξεις τους με όσο το δυνατόν λιγότερο κόστος. Υπό το πρίσμα αυτό, θα μπορούσε κάποιος να υποστηρίξει ότι η ποιότητα της δημοκρατίας αξιολογείται –και– με τον τρόπο που οι πολιτικές ηγεσίες διαχειρίζονται τον ατομικό και συλλογικό φόβο, προκειμένου να περιορίσουν τις ελευθερίες, τα δικαιώματα και τον έλεγχο της εξουσίας. Οσο πιο σκληρή είναι η καραντίνα των ιδεών, του διαλόγου και του πλουραλισμού, τόσο χαμηλότερη είναι η ποιότητα της δημοκρατίας.
Σε αυτόν τον τόπο τον τελευταίο χρόνο η κυβέρνηση έχει κάνει τη διαχείριση του φόβου… μπαλόνι. Το φουσκώνει και το ξεφουσκώνει, προκειμένου να διαμορφώσει τις συνθήκες που θα τη διευκολύνουν για να επιβάλει ή και να προωθήσει τα σχέδιά της. Χρησιμοποιεί αριθμούς χωρίς να λογοδοτεί. Αποκλείει κάθε μορφή δημοκρατικού ελέγχου. Εκτοξεύει αφορισμούς και αναθέματα. Κατασκευάζει ήρωες και επινοεί εχθρούς.
Κρύβει, αποσιωπά και ανακατασκευάζει την πραγματικότητα. Τροφοδοτεί την ανασφάλεια, την καχυποψία, την εχθρότητα και την επιφυλακτικότητα. Εμφανίζεται ως υπέρμαχος της πειθούς, αλλά δεν κρύβει την προτίμησή της στην επιβολή. Δεν θα ήταν υπερβολή αν σκεφτόταν κανείς ότι ακόμα και οι πρωθυπουργικές «παρεκτροπές», όπως οι βόλτες στην Πάρνηθα και τα τραπεζώματα στην Ικαρία, υπηρετούν τη στρατηγική του… μπαλονιού. Ολα αυτά θα μπορούσε κάποιος να τα εκλάβει ως λαθεμένους χειρισμούς, αν δεν συνοδεύονταν από αποφάσεις και συμφωνίες που πλήττουν μόνο μόνιμα τους ευάλωτους και τη μεσαία τάξη (παιδεία, μικρομεσαίοι, συναθροίσεις κ.ά.).
Σίγουρα η προσπάθεια της κυβέρνησης θα ήταν δυσκολότερη αν η αντιπολίτευση επέμενε σε μια πολιτική ατζέντα και δεν παρασυρόταν στο ιδιότυπο πινγκ πονγκ του τρόμου. Και τι θα μπορούσε να κάνει; Να αναδείξει και να επιμείνει στα πολιτικά προβλήματα που προέκυψαν στη διάρκεια της πανδημίας και να βγάλει από την κατάψυξη όλα τα μεγάλα ζητήματα που λόγω Covid-19 βρέθηκαν να αραχνιάζουν στα συρτάρια. Με απλά λόγια, να αντιμετωπίσει την πανδημία ως διάλειμμα και όχι ως μονιμότητα.
* Δημοσιογράφος, συγγραφέας
