Για τους μη νομικούς –και κυρίως για όσες και όσους δεν έχουν βιώσει από κοντά τη δικαστική πρακτική– οι νόμοι και οι διαδικασίες των δικαστηρίων φαίνονται σαν ένας υπερβολικά σύνθετος γρίφος. Τόσο σύνθετος που η «αποκρυπτογράφησή» του συχνά δεν χωράει στις σελίδες της επικαιρότητας.
Ισως γι’ αυτό την παραμονή της επετείου της εξέγερσης του Πολυτεχνείου τον περασμένο Νοέμβριο, η ειδησεογραφία παρουσίαζε λανθασμένα την απαγόρευση των συναθροίσεων εν όψει της επετείου του Πολυτεχνείου ως «συνταγματική σύμφωνα με το Συμβούλιο της Επικρατείας».
Αυτό που συνέβη στην πραγματικότητα στις 16/11/2020 είναι κάπως διαφορετικό. Λίγο μετά την απαγόρευση των συναθροίσεων άνω των 4 ατόμων για το τετραήμερο 15-18 Νοεμβρίου, με απόφαση του αρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας, η Ελληνική Ενωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου και του Πολίτη (ΕλΕΔΑ) και το πολιτικό κόμμα ΜέΡΑ25 κατέθεσαν αυτοτελείς αιτήσεις ακύρωσης της ανωτέρω απόφασης επικαλούμενοι αντίθεσή της με το Σύνταγμα και καταγγέλλοντας παραβίαση θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Η κίνηση αυτή αποτέλεσε μια ενέργεια βασισμένη σε συγκεκριμένα νομικά ερείσματα. Αποτύπωσε ωστόσο και το αίσθημα μεγάλης μερίδας πολιτών που αντιλαμβάνονταν την εν λόγω απόφαση ως μια εκδήλωση κρατικής αυθαιρεσίας.
Τα δικαστήρια, ωστόσο, δεν εκδίδουν αποφάσεις για τέτοιου είδους ζητήματα από τη μια μέρα στην άλλη. Γι’ αυτόν τον λόγο κι επειδή η απόφαση περί απαγόρευσης δημοσιεύτηκε τελευταία στιγμή –τηρώντας τον καθιερωμένο πλέον κανόνα της «έκτακτης ανάγκης»– μαζί με το αίτημα για ακύρωση της πράξης, κατατέθηκε, όπως προβλέπεται, και το πολύ αμεσότερο αίτημα για αναστολή της. Το δικαστήριο απέρριψε το εν λόγω αίτημα στις 16 Νοεμβρίου. Την επόμενη μέρα η συγκέντρωση έγινε μ’ ένα μικρό ποσοστό του συνήθους πλήθους της, στην αρχή με μάσκες και αποστάσεις, στη συνέχεια με δακρυγόνα και συλλήψεις. Κι εδώ κλείνει το κεφάλαιο αυτό. Ή μήπως όχι;
Την Παρασκευή 15 Ιανουαρίου συζητήθηκε εν τέλει η κατατεθείσα από τον Νοέμβριο αίτηση ακύρωσης και η απόφαση του δικαστηρίου για την ώρα εκκρεμεί. Μα ποιο το νόημα, μπορεί ν’ αναρωτηθεί εύλογα κάποιος, εφόσον η 17η Νοεμβρίου 2020 ανήκει πλέον στον παρελθόν; Κι όμως η σημασία τής εν λόγω υπόθεσης ανήκει κυρίως στο μέλλον ή, όπως ανέφερε ένας εκ των δικηγόρων της ΕλΕΔΑ, «στην κληρονομιά που θα μας αφήσει η πανδημία».
Η αναστολή κεκτημένων δικαιωμάτων και ελευθεριών δεν μπορεί να συνεχιστεί για πάντα και οι όποιοι περιορισμοί τους θα πρέπει, όπως επισήμαναν οι δικηγόροι που υποστήριξαν την ακύρωση της απόφασης, να είναι όσο το δυνατόν «δικοί μας», να είναι δηλαδή νομιμοποιημένοι στις συνειδήσεις μας. Η απόλυτη απαγόρευση των συναθροίσεων δεν προσβάλλει μόνο το ίδιο το δικαίωμα του «συνέρχεσθαι». Καταδικάζει την κοινωνία σε απόλυτη σιωπή. Μια σιωπή μέσα στην οποία κανείς δεν θα διαμαρτύρεται και κανείς δεν θα ακούει διαμαρτυρίες. Κι έτσι η κάθε κρίση, υγειονομική ή μη, θα μένει χωρίς την αντήχησή της στα χείλη των πολιτών.
* Απόφοιτος Νομικής ΕΚΠΑ
