Ο Μπάιντεν δεν πρόκειται να αποκαλέσει τη Γερμανία λαθρεπιβάτη στην ασφάλεια της Δύσης, αλλά θα εξακολουθήσει να πιέζει τη Μέρκελ και τον διάδοχό της να αυξήσουν τις αμυντικές δαπάνες της χώρας τους.
Ο νέος επικεφαλής του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, Μπλίνκεν, έσπευσε ενώπιον της Γερουσίας να δηλώσει ότι ήταν σωστή η επιλογή Τραμπ για σκλήρυνση της στάσης απέναντι στην Κίνα.
Ετσι, το Βερολίνο καλείται από τον νέο ένοικο του Λευκού Οίκου να προχωρήσει σε συνολική ευθυγράμμιση με την Ουάσινγκτον σε τρία μέτωπα:
● Στη στρατηγική ανάκαμψης από την πανδημία, με σημείο αναφοράς την οριστική εγκατάλειψη της σκληρής περιοριστικής δημοσιονομικής πολιτικής.
● Στην ένταση της πίεσης απέναντι στη Ρωσία, με τις γερμανικές εταιρείες που μετέχουν στην ολοκλήρωση της κατασκευής του North Stream-2 να απειλούνται με βαριές κυρώσεις.
● Στην οριοθέτηση του διμερούς εμπορίου και των επενδύσεων μεταξύ Κίνας-Ευρώπης.
Με άλλα λόγια, τα δύσκολα τώρα έρχονται στις σχέσεις Ουάσινγκτον – Βερολίνου, όχι στο πεδίο των διμερών σχέσεων, ούτε στο υπάρχον θεσμικό πλαίσιο ΗΠΑ-Ε.Ε., αλλά στη διευρυμένη Ομάδα των G-7.
Οι 7 (ΗΠΑ, Καναδάς, Ιαπωνία, Βρετανία, Γερμανία, Γαλλία και Ιταλία) πρόκειται να γίνουν 10 με την προσχώρηση της Ινδίας, της Νότιας Κορέας και της Αυστραλίας, μια σύνθεση που είναι κομμένη και ραμμένη ώστε να εξυπηρετεί τη στρατηγική της διπλής ταυτόχρονης ανάσχεσης της Μόσχας και του Πεκίνου που προωθούν οι ΗΠΑ του Μπάιντεν.
Μετά την ενοποίηση της Γερμανίας το 1990 πρώτα ο Μπους πατήρ και στη συνέχεια ο Κλίντον πρόσφεραν στον Κολ την ανάδειξη της χώρας του ως συνεταίρου στην ηγεμονία (partner in leadership).
Το Βερολίνο προτίμησε από το δεσμευτικό πλαίσιο μιας ειδικής σχέσης με την Ουάσινγκτον να συνάψει στενές σχέσεις με τη Μόσχα και το Πεκίνο για να διασφαλίσει ενεργειακή επάρκεια και εναλλακτικές διεξόδους για τις εξαγωγές του.
Σήμερα οι ΗΠΑ του Μπάιντεν δεν προτείνουν, όπως οι Μπους και Κλίντον, στη Γερμανία, αλλά όπως ο Τραμπ την ανακαλούν στη διατλαντική τάξη, σε μια επιβεβαίωση της δύναμης της συνέχειας στην εξωτερική πολιτική.
