Το 2021 δεν είναι 2016 και αν κάποιοι πίστευαν ότι ο Μπάιντεν με γρήγορες και αποφασιστικές κινήσεις θα υλοποιήσει μια ολική επαναφορά των ΗΠΑ στη διεθνή σκηνή, προσγειώθηκαν στη σκληρή πραγματικότητα με την έφοδο των «τραμπιστών» στο Καπιτώλιο.
Πέραν της αυτονόητης αλλαγής ρητορικής με το πολιτικά ορθό ευχολόγιο για παγκόσμια διακυβέρνηση να αντικαθιστά τον επιθετικό απομονωτισμό τού «πρώτα η Αμερική» είναι σαφές ότι για όσο χρονικό διάστημα θα υπάρχει εμφυλιοπολεμική ένταση και αντιπαράθεση στο εσωτερικό των ΗΠΑ τόσο η ρητορική της επιστροφής της χώρας στην ηγεσία της Δύσης θα προβάλλει ως αναντίστοιχη με την πραγματική δυνατότητα του νέου ενοίκου του Λευκού Οίκου.
Η σύγκρουση με τον Τραμπ και τον τραμπισμό είναι βέβαιο ότι θα συνεχιστεί και μετά την ορκωμοσία Μπάιντεν στη βαριά σκιά του φόβου για ένα τρίτο κύμα της πανδημίας.
Η μόνη σχετική βεβαιότητα έχει ορίζοντα εννέα ημερών: Αν ο Τραμπ αθετήσει τη δέσμευσή του για απρόσκοπτη μεταβίβαση της εξουσίας, τότε διακινδυνεύει να πυροδοτήσει τη διαμόρφωση της ενισχυμένης πλειοψηφίας των δύο τρίτων που απαιτείται για την καθαίρεσή του από τη Γερουσία.
Χωρίς εσωτερική ενότητα και διακομματική συναίνεση οι ΗΠΑ επέστρεψαν στον απομονωτισμό μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο όταν η Γερουσία απέρριψε το 1920 τη Συνθήκη των Βερσαλιών που έφερε τη σφραγίδα του προέδρου Ουίλσον.
Σε πλήρη αντίστιξη η εξαγγελία του Δόγματος Τρούμαν και του Σχεδίου Μάρσαλ την άνοιξη του 1947 έγιναν αφού ο Λευκός Οίκος είχε διασφαλίσει τη διακομματική στήριξη στο Κογκρέσο.
Ο ορίζοντας για τον ρόλο και τη θέση των ΗΠΑ στη διεθνή σκηνή για την επόμενη διετία τουλάχιστον προβάλλει από θολός έως σκοτεινός.
Μέχρι τουλάχιστον να φανεί στις ενδιάμεσες εκλογές του 2022 η αντοχή του τραμπισμού με ή χωρίς τον Τραμπ και κυρίως η δυνατότητά του να διεκδικήσει εκ νέου τον Λευκό Οίκο το 2024.
