Η είσοδος -προτιμώ να μη χρησιμοποιήσω τον όρο «εισβολή», από τη στιγμή που δεν υπήρχε καν προσπάθεια αποτροπής των εισερχομένων- των οπαδών του Τραμπ στο Καπιτώλιο την 6η Ιανουαρίου θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί από πολλές και διαφορετικές πλευρές και οπτικές γωνίες.
Θα μπορούσε δηλαδή κάποιος να κάνει μια ιστορική αναδρομή στις ρίζες του αμερικανικού πολιτικού συστήματος και να αναφερθεί στις αντίρροπες τάσεις της αμερικανικής δημοκρατίας, από την εποχή των διαφωνιών του Αλεξάντερ Χάμιλτον με τον Τόμας Τζέφερσον για τα όρια των συνταγματικών ελευθεριών και τη σημασία της στρατιωτικής ισχύος, σε έναν διάλογο που στην πραγματικότητα συνεχίζεται μέχρι και σήμερα, ακόμη και αν οι θέσεις των συνομιλητών αλλάζουν συνεχώς.
Θα μπορούσαμε να πάμε στους δράστες, σε όλες τις διάφορες, τόσο ψηφιακές όσο και εκτός διαδικτύου, φυλές της Alt Right (στα Περήφανα Παιδιά, τους QAnon κ.λπ.) και να εξετάσουμε τον λόγο τους, τα βασικά χαρακτηριστικά της σημερινής «αντισυστημικής», συνωμοσιολογικής ακροδεξιάς, αλλά και το πώς αυτή έφτασε ώς τις μέρες μας, ακολουθώντας τα χνάρια των προπατόρων της (όλως ενδεικτικώς: ΚΚΚ, Τίμοθι ΜακΒέι, Αντριου Μακντόναλντ) και μπολιάζοντας στον κορμό της καχυποψίας προς το ομοσπονδιακό κέντρο ένα σωρό άλλα στοιχεία: τον αντισημιτισμό, την ισλαμοφοβία, το πανταχού παρόν στην Αμερική φυλετικό στοιχείο, τη συνωμοσιολογία, τον ακραίο προτεσταντικό μεσσιανισμό, την αίσθηση παραγκωνισμού της λευκής εργατικής και αγροτικής τάξης των μεσοδυτικών πολιτειών των ΗΠΑ από το «σύστημα» της βιομηχανίας του θεάματος και των ΜΜΕ κ.λπ.
Θα μπορούσαμε να μείνουμε στην επιφάνεια (έχει και αυτή η εξέταση τη σημασία της) και να σχολιάσουμε το πλήγμα που δέχτηκε το κύρος της αμερικανικής υπερδύναμης από αυτή την «επίθεση». Θα μπορούσε κανείς να μιλήσει για τον διχασμό στο εσωτερικό της Αμερικής, για τους δύο κόσμους: την πολυπολιτισμική Αμερική των δύο ακτών και το ξεχασμένο κέντρο της Bible Belt. Ενα ακόμη ενδιαφέρον σημείο εστίασης είναι ο ίδιος ο λόγος του απερχομένου Αμερικανού προέδρου ως λόγος του μίσους, ως λόγος στοχοποίησης, αλλά και εξέγερσης και ανταρσίας κατά της πολιτικής ορθότητας.
Θα μπορούσαμε, τέλος, να προδικάσουμε τις εξελίξεις στο εσωτερικό των κομμάτων, που και τα δύο βγαίνουν αποδυναμωμένα από αυτή την περιπέτεια: οι Ρεπουμπλικανοί, γιατί βρίσκονται υποχρεωμένοι να υπερασπιστούν το αδιανόητο, αυτό δηλαδή που θα μπορούσε να παρουσιαστεί ακόμη και ως απόπειρα πραξικοπήματος και ως προσπάθεια κατάλυσης της συνταγματικής τάξης, οι δε Δημοκρατικοί γιατί είναι εμφανέστατα αμήχανοι.
Και είναι αμήχανοι, γιατί ως κύριοι εκπρόσωποι σήμερα (γιατί στην αμερικανική Ιστορία αυτό το στοιχείο μεταβάλλεται συνεχώς ανάμεσα στους δύο κύριους πόλους του πολιτικού συστήματος) του «κοινού λόγου» αδυνατούν να κατανοήσουν την ουσιαστική αποτυχία αυτού του λόγου, το γιατί δηλαδή ένας ολόκληρος κόσμος δεν τον δέχεται και τον αντιμετωπίζει με καχυποψία και εχθρότητα.
Και εδώ, για εμένα, είναι το κρίσιμο σημείο των επόμενων επιλογών του πολιτικού συστήματος των ΗΠΑ (αλλά δεν θα το περιόριζα μόνο στη συγκεκριμένη χώρα): αν επιλέξει για άλλη μια φορά το πολιτικό σύστημα να μην ασχοληθεί με τους λόγους για τους οποίους εκατομμύρια άνθρωποι σε όλο τον κόσμο προτιμούν να ζουν και να αναπνέουν μέσα στο μίσος και την καχυποψία, περιοριζόμενοι στο περιθώριο, αν επιλέξει να ασχοληθεί μόνο με αυτό που είναι στην πραγματικότητα το αποτέλεσμα των δικών του οικονομικών και κοινωνικών πολιτικών αποκλεισμού, κηρύσσοντας απλώς τον πόλεμο στις θεωρίες συνωμοσίας, αν επιλέξει να μείνει μόνο στο γελοίο και το γραφικό του πράγματος, χωρίς να αναρωτηθεί για τις δικές του ευθύνες (που δεν περιορίζονται στο αυτονόητο: όταν δεν σε καταλαβαίνει ο κόσμος, όταν δεν σε πιστεύει, εσύ κυρίως ευθύνεσαι γι’ αυτό), είναι σίγουρο ότι θα τα ξαναβλέπουμε για καιρό τα κέρατα του βίσονα, σε όλο και χειρότερες και πιο εφιαλτικές εκδοχές, όλο και πιο κοντά στο κέντρο του συστήματος.
* αναπληρωτής καθηγητής στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο
