Ποτέ άλλοτε στην πρόσφατη Ιστορία των ΗΠΑ δεν είχαν επενδυθεί τόσο μεγάλες προσδοκίες σε νεοεκλεγέντα πρόεδρο και ταυτόχρονα δεν υπήρχαν τόσες πολλές υποθήκες προσημειωμένες στη δυνατότητά του να ανταποκριθεί.
Τέσσερα χρόνια διακυβέρνησης Τραμπ επιτάχυναν δραματικά τον διχασμό των ΗΠΑ, με τον φαύλο κύκλο αστυνομικής βίας και καταστολής και εξεγερσιακής διαμαρτυρίας να μπορεί να αναζωπυρωθεί ανά πάσα στιγμή.
Στην ούτως ή άλλως εκρηκτική παραπάνω συγκυρία, εδώ και σχεδόν ένα χρόνο έχει προστεθεί η πανδημία και η διαχείρισή της.
Στην παραπάνω πρόκληση ο Μπάιντεν εμφανίζεται λίγο πριν αρχίσει τη θητεία του αισθητά αποδυναμωμένος:
● Πρώτον, είναι βέβαιο ότι οι ψηφοφόροι περισσότερο αποδοκίμασαν τον Τραμπ παρά ψήφισαν θετικά υπέρ του Μπάιντεν.
● Δεύτερον, λόγω ηλικίας ο Μπάιντεν θεωρείται βέβαιο ότι δεν θα διεκδικήσει την επανεκλογή του το 2024, μια παραδοχή που τον προβάλλει ως μεταβατικό.
● Τρίτον, οι επαναληπτικές εκλογές στην Τζόρτζια στις αρχές Ιανουαρίου θα κρίνουν αν οι Δημοκρατικοί θα αποκτήσουν ή όχι τον έλεγχο της Γερουσίας.
● Τέταρτον, είναι βέβαιο ότι ο Τραμπ μέχρι το τέλος της θητείας του θα κάνει ό,τι μπορεί για να περιορίσει το περιθώριο πρωτοβουλιών και ελιγμών του διαδόχου του.
● Πέμπτον, ο Μπάιντεν θα είναι ο πρώτος πρόεδρος που θα αντιμετωπίσει την προσπάθεια του προκατόχου του να διεκδικήσει τον ρόλο αρχηγού της αντιπολίτευσης.
Το ερώτημα αν ο Τραμπ θα διατηρήσει τον έλεγχο του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος θα είναι αποφασιστικός παράγοντας στη διαμόρφωση του πολιτικού σκηνικού στις ΗΠΑ καθώς εκ των πραγμάτων θα επηρεάσει τις επιλογές του Λευκού Οίκου εντός και εκτός συνόρων.
Σε ό,τι αφορά την ιεράρχηση των προτεραιοτήτων του Μπάιντεν τα παραπάνω αθροιστικά δεν επιτρέπουν την προσδοκία μιας ατμόσφαιρας δυναμικής επανεκκίνησης.
Ούτως ή άλλως στην Ουάσινγκτον κυριαρχεί ένα σκηνικό παλινόρθωσης της εποχής Ομπάμα.
Ο θολός ορίζοντας στην πολιτική σκηνή των ΗΠΑ φαίνεται, με τα σημερινά δεδομένα, να ξεκαθαρίζει πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου 2022.
