ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Θεόδωρος Γεωργίου*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η παγκόσμια πολιτική κοινωνία, η οποία εμφανίστηκε από τα μέσα του 19ου αιώνα και λειτουργεί μέχρι σήμερα (αρχές του 21ου αιώνα), θεμελιώνεται πάνω σε δύο μείζονες αρχές: τη δημοκρατία και τον καπιταλισμό.

Η πρώτη αρχή, δηλαδή η δημοκρατία, συνδέεται με τη δομή και τη λειτουργία του πολιτικού συστήματος και η άλλη αρχή, του οικονομικού οφέλους και κέρδους (καπιταλισμός), αναφέρεται στη δομή και τη λειτουργία του οικονομικού συστήματος. Δύο μεγάλοι στοχαστές στην ιστορία της παγκόσμιας πολιτικής κοινωνίας, οι Χέγκελ (1770-1831) και Μαρξ (1818-1883) επεξεργάστηκαν θεωρητικο-πολιτικά προγράμματα διαμεσολάβησης (συνύπαρξης και ισορροπίας) ανάμεσα στον πολίτη, ως μέλος της δημοκρατικής αρχής, και στον αστό, ως μέλος της καπιταλιστικής αρχής.

Η παγκόσμια ιστορική εμπειρία καταδεικνύει ότι είτε ακολουθήσουμε τον εγελιανό δρόμο είτε τον αντίστοιχο μαρξικό καταλήγουμε σε πολιτικά αδιέξοδα. Το ερώτημα, το οποίο τίθεται σε κάθε ιστορική συγκυρία, είναι το εξής: πώς μπορεί το άτομο να υπάρξει ταυτόχρονα και ως πολίτης και ως αστός. Δηλαδή και να ενδιαφέρεται να ικανοποιήσει τα ατομικά οικονομικά συμφέροντά του και να εντάξει τον εαυτό του στο ευρύτερο και καθολικότερο πρόγραμμα της δημοκρατικής λειτουργίας της κοινωνίας;

Γράφω αυτόν τον θεωρητικο-πολιτικό πρόλογο επειδή έχουμε ως ελληνική πολιτική κοινωνία να επεξεργαστούμε ένα νέο μοντέλο οικονομικής ανάπτυξης με αφετηρία τη διαχείριση και την αξιοποίηση των οικονομικών ενισχύσεων στο πλαίσιο του προγράμματος «Next Generation EU».

Ο σχεδιασμός του νέου μοντέλου οικονομικής ανάπτυξης της ελληνικής κοινωνίας θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη του δύο θεμελιώδη πράγματα. Πρώτον, ότι το μεταπολεμικό μοντέλο οικονομικής ανάπτυξης (1950-1980) ανήκει, εκ των πραγμάτων, στο ιστορικό παρελθόν και δεν μπορεί να αποτελέσει, με κανένα τρόπο, πολιτικό κανόνα. Τα δομικά χαρακτηριστικά του ήταν η καταπολέμηση της φτώχειας και η ενίσχυση της καπιταλιστικής λογικής του κέρδους. Επομένως, η μεταπολεμική Ελλάδα με τον δικό της τρόπο επινόησε τη θετική διαμεσολάβηση (ισορροπία) ανάμεσα στον πολίτη και τον αστό.

Το δεύτερο μοντέλο ανάπτυξης, και αυτό -από ιστορικής απόψεως- προσδιορισμένο (1980-2010), επινόησε ακόμη μία θετική διαμεσολάβηση ανάμεσα στη δημοκρατία και τον καπιταλισμό, αλλά, επειδή θεμελιώθηκε στο οικονομικό μέγεθος της ζήτησης σε αναντιστοιχία προς την προσφορά, οδήγησε τη χώρα στη χρεοκοπία.

Από την ιστορική ανάλυση προκύπτει ότι η Ελλάδα ως πολιτικό και οικονομικό σύστημα, επί εβδομήντα χρόνια (1950-2020), τώρα επινοεί διαχειρίσιμους τρόπους και μεθόδους συνύπαρξης και διαμεσολάβησης ανάμεσα στη δημοκρατία και τον καπιταλισμό, αλλά ανεπαρκώς.

Και το μεγάλο ζητούμενο και μετά την ιστορική απόφαση των «Βρυξελλών» είναι το εξής: τώρα που η επιτροπή των ειδικών επιστημόνων υπό τον νομπελίστα Πισσαρίδη επεξεργάζεται το νέο μοντέλο οικονομικής ανάπτυξης της Ελλάδας, μπορούμε να αναστοχαστούμε ως πολιτικό υποκείμενο τι θέλουμε να κάνουμε; Μπορούμε, άραγε, να εκπονήσουμε ένα «εθνικό σχέδιο οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης» για τις επόμενες γενιές;

Η ιστορική ευκαιρία για την Ελλάδα είναι μπροστά της. Από όλους εμάς (πολιτικούς και πολίτες) εξαρτάται εάν θα υπερβούμε τις δύο απανωτές κρίσεις (τη δημοσιονομική κρίση του χρέους και την κρίση της πανδημίας) και θα μεταμορφωθούμε σ’ ένα δημιουργικό πολιτικό υποκείμενο που μαθαίνει από την ιστορία του και σχεδιάζει το μέλλον ή θα ενταχθούμε σ’ ένα καθεστώς πολιτικής στασιμότητας και οικονομικής αστάθειας.

Το τελικό συμπέρασμα των θεωρητικο-πολιτικών ερμηνειών μου συνοψίζεται ως εξής: τα δύο προηγούμενα μοντέλα οικονομικής ανάπτυξης της κοινωνίας μας, ενώ σε προσωρινή ιστορική βάση πέτυχαν μια θετική διαμεσολάβηση(;) δημοκρατίας και καπιταλισμού, το νέο υπό επεξεργασία μοντέλο χρειάζεται να φτάσει στη ρίζα των δύο συστημάτων. Να μην παραμείνει στην επιφάνεια και να σχεδιάζεται ως πακέτο διανομής πόρων που προέρχονται «έξωθεν» αλλά να λειτουργήσει ως ιδρυτικός οικονομικός θεσμός και του καπιταλιστικού κέρδους και της άμβλυνσης των κοινωνικών ανισοτήτων.

Η ιστορική ευκαιρία για τη χώρα μας είναι μοναδική και εάν χαθεί, τότε ο θρήνος της κοινωνίας μας θα ακούγεται στα πέρατα της οικουμένης. Επαναλαμβάνω ότι οι ενισχύσεις από το πρόγραμμα των Βρυξελλών «Next Generation EU» εάν δεν ενταχθούν σ’ ένα ριζικό ριζοσπαστικό εθνικό σχέδιο, το οποίο θα επινοήσει τις νέες θετικές διαμεσολαβήσεις ανάμεσα στον καπιταλισμό και τη δημοκρατία και τελικά μοιραστούν στη λογική καταμερισμού πόρων σε επιμέρους οικονομικούς τομείς, τότε η αποτυχία μας για τις επόμενες δεκαετίες έχει εξασφαλιστεί! Και οι επόμενες γενιές θα βρεθούν σε αδιέξοδο.

 * καθηγητής Πολιτικής Φιλοσοφίας στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης