Υπάρχει ένα πολύτιμο είδος αποταμίευσης για το οποίο κανείς δεν μας μίλησε. Οπως όλα τα σημαντικά πράγματα, μόνοι μας το ανακαλύπτουμε κι αυτό, όταν ενσκήπτουν τα δύσκολα στη ζωή. Πρόκειται για τον κουμπαρά με όλη τη χαρά και την ομορφιά που ρουφήξαμε, όλες τις βουτιές στα πέλαγα που ρίξαμε, όλα τα φιλιά και τις αγκαλιές που δώσαμε και λάβαμε, όλες τις συγκινήσεις που μας χάραξαν.
Οπως η Ιστορία μετά τη σχολή των Annales έδωσε χώρο στο καθημερινό και στους ανώνυμους έναντι της ιστορίας των μεγάλων προσώπων, γεγονότων και θεσμών, έτσι και στον κουμπαρά της προσωπικής μας ιστορίας, αξία έχουν όχι μόνο οι μεγάλοι σταθμοί αλλά και οι «ασήμαντες» στιγμές ελαφρότητας, κυρίως, ίσως, αυτές.
Tι είναι η αποταμίευση αν όχι το κομπόδεμα εκείνο από το οποίο αντλούμε πόρους όταν οι αγελάδες είναι ισχνές; Επειδή, λοιπόν, ουκ επ’ άρτω μόνον ζήσεται άνθρωπος, σε αυτά που βάζουμε στην άκρη δεν μπορεί να είναι μόνο η υλική αλλά και η άυλη περιουσία. Είναι το προσωπικό μικρό ή μεγάλο σεντούκι που περιέχει ό,τι μας στηρίζει, ό,τι μας κάνει ανθεκτικούς σε περιόδους δοκιμασίας σαν αυτή που διανύουμε σήμερα κατά μόνας και ως ανθρωπότητα.
Για τον καθένα είναι διαφορετικό το περιεχόμενο αυτής της προσωπικής κιβωτού. Μπορεί να είναι το πιο αλλόκοτο συνονθύλευμα, φτιαγμένο από το απόσταγμα διαβασμάτων, από το ίχνος που έχουν αφήσει μέσα μας ηλιοβασιλέματα, στιγμές ευφορίας εκστατικές σε έναν καφενέ κάποιο καλοκαιρινό βράδυ σε μια άκρη του αγαπημένου νησιού, γέλια σπαρταριστά με φίλους, αγκαλιές ερωτικές, η χαρά που πήραμε επειδή κάτι προσφέραμε σε έναν συνάνθρωπο.
Η πανδημία και ο εγκλεισμός δοκιμάζουν τις αντοχές όλων μας. Αν κάτι μας κρατά όρθιους μέσα στη γενικευμένη ανασφάλεια δεν είναι μόνο οι καθημερινές διεκπεραιώσεις, οι κάθε είδους ασχολίες που επινοούμε για να έχει ρυθμό η μέρα ή πολύ περισσότερο η βύθιση στο εθιστικό Νέτφλιξ, αλλά οι μύχιες άγκυρές μας, τα εσωτερικά τοπία που φτιάξαμε σαν παζλ, κομματάκι κομματάκι.
Στρέφοντας το βλέμμα προς τα μέσα, εκεί όπου αποταμιεύσαμε ομορφιά και ιερή ελαφρότητα, εκεί που κρύβουμε μια φωτεινή μπάλα συμπυκνωμένης, άχρονης χαράς, σε αυτόν τον τόπο αναπαυόμαστε και παίρνουμε κουράγιο για να ξορκίσουμε τον φόβο, από εκεί αντλούμε ενέργεια αυτή την εποχή αλλά και κάθε φορά που στερεύουμε από δυνάμεις. Οσο πιο πλούσιο το εσωτερικό κομπόδεμα, όσο πιο συνδεδεμένοι είμαστε με αυτό, τόσο πιο ζωντανό γίνεται και το βλέμμα προς τα έξω κι είναι έτοιμο να αγγίξει το τετριμμένο τριγύρω με φρεσκάδα παιδική.
Οταν δεν υπάρχει ρούχο άλλο να μας ντύσει, υπάρχει ένα πλεκτό καμωμένο από λογής νήματα και χρώματα της ζωής μας, που έχει υφανθεί αθόρυβα και που μπορούμε να το φορέσουμε κατάσαρκα και να μας ζεστάνει τη γυμνή κι ευάλωτη ύπαρξή μας.
*Καλλιτέχνιδα, ακτιβίστρια
