ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Ειρήνη Χειλά*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Είναι πλέον γεγονός. Ο Τζο Μπάιντεν είναι ο επόμενος πρόεδρος των ΗΠΑ. Είναι αλήθεια ότι προβλεπόταν άνετη νίκη του, αλλά προέκυψε ντέρμπι. Η ήττα ενός υπηρετούντος προέδρου είναι δύσκολη αλλά ο Μπάιντεν τα κατάφερε. Ο Ντόναλντ Τραμπ διατήρησε σημαντικό αριθμό ψήφων, αλλά μέτρησαν πολλά αρνητικά στα πεπραγμένα του που συσπείρωσαν εναντίον του περισσοτέρους ψηφοφόρους και εκλέκτορες.

Η κρίση της πανδημίας και οι χειρισμοί Τραμπ ανέδειξαν το έλλειμμα εμπιστοσύνης μεταξύ λαού και ηγεσίας. Σε τέτοιες περιπτώσεις οι ηγεσίες αναζητούν τρόπους να προστατεύσουν τους πολίτες προσπαθώντας να τους πείσουν να ακολουθήσουν τα αναγκαία μέτρα για να προστατεύσουν τον εαυτό τους. Ο Τραμπ απέτυχε να εκτιμήσει την επικινδυνότητα της κατάστασης και να κερδίσει την εμπιστοσύνη των πολιτών.

Οταν ο ίδιος έλεγε ότι «είναι υπό έλεγχο» και «θα εξαφανιστεί σύντομα», αυτό δεν συνέβαλε στην ανάληψη δράσεων και θωράκισης του συστήματος υγείας. Υποβάθμισε τον κίνδυνο προκειμένου να αμβλύνει τον φόβο αντί να παράσχει αξιόπιστη πληροφόρηση. Στο τέλος νόσησε και ο ίδιος.

Ως προς την εξωτερική πολιτική και την αντίληψη για τα παγκόσμια ζητήματα ο Τραμπ υπονόμευσε τις σχέσεις με παραδοσιακούς συμμάχους στον ευρωατλαντικό χώρο, δημιούργησε προσδοκίες για διαχείριση σχέσεων με χώρες όπως η Β. Κορέα χωρίς στρατηγική, κήρυξε εμπορικό πόλεμο με χώρες όπως ο Καναδάς και η Γερμανία επιδεικνύοντας από την άλλη συμπάθεια σε αυταρχικές ηγεσίες.

Η στάση του έναντι του διεθνούς πολυμερούς συστήματος ήταν απαξιωτική εξαρχής. Είναι χαρακτηριστική η δήλωσή του πριν την εκλογή του, τον Νοέμβριο του 2016, σύμφωνα με την οποία περιέγραφε τα Η.Ε. ως «απλώς μία ομάδα όπου συναντιούνται άνθρωποι για να μιλήσουν και να περάσουν καλά…», διερωτάτο δε «εάν προκαλεί προβλήματα αντί να τα λύνει (…) και αποτελεί σπατάλη χρόνου και χρήματος».

Μετά την ανάληψη των καθηκόντων του ο Λευκός Οίκος προέβη σε ανακοινώσεις, τον Μάρτιο του 2017, σχετικά με περικοπές ύψους 1 δισ. δολαρίων για τη χρηματοδότηση των ειρηνευτικών επιχειρήσεων και επιπλέον δεκάδων εκατομμυρίων για προγράμματα των Η.Ε. που αφορούσαν δράσεις αντιμετώπισης της φτώχειας. Οι περικοπές αυτές επεκτάθηκαν και σε άλλους διεθνείς οργανισμούς, ανέρχονταν σε ποσοστό 28% και αφορούσαν πολιτικές αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής, βελτίωσης των όρων διαβίωσης σε αναπτυσσόμενες χώρες κ.λπ.

Ο Τραμπ έβλεπε την προσέγγιση της εξωτερικής πολιτικής και των διεθνών θεσμών ως συναλλαγή κόστους-οφέλους, αποστερώντας της το ηθικό πλεονέκτημα αξιών και αρχών που συνέβαλαν μεταπολεμικά στη διαμόρφωση της διεθνούς τάξης. Αυτό, σε συνδυασμό με την αντίληψή του «America first», αποστέρησε από την Αμερική τον ρόλο της στις παγκόσμιες υποθέσεις, υποβάθμισε τη συλλογική δράση και δημιούργησε ένα κενό ισχύος που άλλες δυνάμεις επιχείρησαν και επιχειρούν να εκμεταλλευτούν.

Ακόμα και η τελευταία προεκλογική διακήρυξη ότι μέχρι τον Δεκέμβριο του 2020 -τα Χριστούγεννα- θα έχουν απομακρυνθεί τα αμερικανικά στρατεύματα από το Αφγανιστάν δείχνει έλλειψη συντονισμού και στρατηγικής εάν ληφθούν υπόψη οι δυσκολίες που αντιμετωπίζει εδώ και δεκαετίες η χώρα αυτή να βρει τον βηματισμό της. Θεμελιώδες χαρακτηριστικό που κρίνει την αποτελεσματική δράση της ηγεσίας είναι η ορθή διάγνωση του διεθνούς περίγυρου, ο μη επηρεασμός από υποκειμενικές αντιλήψεις, η ορθολογικότητα στη λήψη αποφάσεων έτσι ώστε να είναι σε θέση να εκτιμήσει καλύτερα τη σχέση αίτιου και αιτιατού.

Ο Τραμπ, αντί να αξιοποιήσει το πολυμερές θεσμικό πλαίσιο για αναζήτηση κοινού εδάφους συνεννόησης και διαλόγου έναντι των παγκόσμιων προβλημάτων, προέβη σε σειρά ενεργειών υπονομεύοντάς το. Η αποχώρηση από πολυμερείς δεσμεύσεις, όπως του Συμβουλίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ, της Συμφωνίας του Παρισιού για την κλιματική αλλαγή, της συμφωνίας με το Ιράν για τα πυρηνικά, η πολιτική του στη Μ. Ανατολή μέσω της απόφασης να μεταφέρει την πρεσβεία των ΗΠΑ στην Ιερουσαλήμ και να αναγνωρίσει την προσάρτηση των Υψωμάτων του Γκολάν από το Ισραήλ αποτελούν αρνητικά πεπραγμένα. Ολοι γνωρίζουν τη στενή σχέση των ΗΠΑ με το Ισραήλ, ωστόσο οι προηγούμενοι πρόεδροι προσπαθούσαν να διατηρήσουν μέσω της διπλωματίας έναν ρόλο έντιμου μεσολαβητή. Ο Τραμπ αδιαφόρησε γι’ αυτό.

Τι θα σημάνει μια προεδρία Μπάιντεν; Ο Μπάιντεν θα βρει μια κοινωνία βαθιά διχασμένη, θα κληρονομήσει δύσκολα ζητήματα στο εσωτερικό και στο εξωτερικό. Οι παγκόσμιες προκλήσεις και απειλές που βιώνουμε ως κοινωνίες, λαοί και κράτη δεν μπορούν να αποσυνδέσουν την εσωτερική από την εξωτερική πολιτική.

Η εμπειρία του Μπάιντεν στις διεθνείς υποθέσεις, η πιο ορθολογική προσέγγιση της πολυπλοκότητας της διεθνούς πολιτικής, η ενσυναίσθηση ότι ο θεσμός εξυπηρετεί έναν λειτουργικό σκοπό, είναι προϋποθέσεις που θα συμβάλουν εποικοδομητικά στον τρόπο και τις μεθόδους άσκησης της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής έναντι παραδοσιακών συμμάχων αλλά και ευρύτερα. Το κλειδί στην υπόθεση είναι η συνειδητοποίηση ότι δεν μπορούμε να επιτύχουμε μόνοι αλλά να αναρωτηθούμε με ποιο τρόπο μπορούμε να βελτιώσουμε μαζί τα παγκόσμια ζητήματα.

Ο Τζο Μπάιντεν και η Κάμαλα Χάρις μπορούν να επαναφέρουν τις ΗΠΑ κοντά στους παραδοσιακούς συμμάχους τους. Η Ελλάδα μπορεί να έχει θετικές προσδοκίες από μια τέτοια ατζέντα.

* καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Πειραιά και visiting scholar στο George Washington University