Οι εκλογές της Τρίτης 3 Νοεμβρίου στις ΗΠΑ θα γίνουν στο πλαίσιο μιας βαθιά πολωμένης κοινωνίας ταξικά και πολιτισμικά. Η πανδημία όξυνε ακόμη περισσότερο αυτά τα προβλήματα. Πάνω απ’ όλα όμως οι εκλογές θα γίνουν υπό τη σκιά του «φαινομένου Τραμπ». Το 2016 εκμεταλλεύτηκε τα προβλήματα που είχε δημιουργήσει η οικονομική κρίση το 2008, εξαπολύοντας επιθέσεις εναντίον των αμερικανικών ελίτ της παγκοσμιοποίησης. Γι’ αυτό ζητούσε μέτρα προστατευτισμού, προστατευτικά τείχη από τους μετανάστες και μαζικά προγράμματα ανάπτυξης των υποδομών. Ενοποίησε «πολιτισμικές» και «οικονομικές» θέσεις σε μία εθνικιστική-οικονομική ατζέντα, η οποία δημιούργησε λαϊκή βάση από εργάτες και μικροαστικά στρώματα, τα οποία έχουν υποφέρει από τη μεταφορά των επιχειρήσεων σε χώρες φτηνής εργασίας και φοβούνται τον ανταγωνισμό των μεταναστών στην αγορά εργασίας. Οι αναλύσεις δείχνουν ότι η κοινωνική του βάση αποτελείται κατά κύριο λόγο από απόφοιτους του Δημοτικού μεσαίου εισοδήματος και ειδικευμένους βιομηχανικούς εργάτες.
Τα υλικά συμφέροντα αυτών των κοινωνικών στρωμάτων βρίσκουν έκφραση στον εθνικιστικό πολιτικό λόγο. Η μεγάλη επιτυχία τού Τραμπ ήταν να φέρει σε συμμαχία τους Ευαγγελικούς (οι οποίοι αποτελούν την καρδιά του εκλογικού σώματος των Ρεπουμπλικανών), σχετικά εύπορους λευκούς, αγρότες του Νότου, μερίδα της εργατικής τάξης της περιοχής των Απαλαχίων και μερίδα της εργατικής τάξης των άνω Μεσοδυτικών Πολιτειών. Την ίδια στιγμή, εντελώς ασυνήθιστο για Αμερικανό πρόεδρο, είναι εχθρικές οι σχέσεις του με μεγάλες πολυεθνικές της άρχουσας τάξης (π.χ. General Motors, Google, Pfizer, Amazon), στις οποίες συχνά επιτίθεται.
Μεταξύ των μερίδων της άρχουσας τάξης υπάρχουν αποκλίνοντα συμφέροντα και συγκρούσεις. Η πολιτική συμπεριφορά τού Τραμπ οξύνει περαιτέρω αυτές τις αντιθέσεις παρά τις λειαίνει (Dylan Riley «What is Trump ?» New Left Review, Nov.-Dec. 2018). Μεγάλα πλειοψηφικά ποσοστά στις εκλογές του 2016 πήρε και σε περιοχές όπου μεγάλο μέρος των κατοίκων της πάσχουν από το λεγόμενο «σύνδρομο της μίζερης ζωής». Είτε άνεργοι είτε με τον χαμηλότερο μισθό χωρίς ελπίδα βελτίωσης της ζωής τους με μεγάλα ποσοστά αυτοκτονιών και χρήστες ναρκωτικών ψήφισαν μαζικά τον Τραμπ (π.χ. Οχάιο, Δυτική Βιρτζίνια). Ο κόσμος αυτός μέσα στην απόλυτη απελπισία του ζητά άμεση αλλαγή και τείνει ευήκοον ους στους αντισυμβατικούς πολιτικούς.
Στον αντισυμβατικό πολιτικό λόγο του Τραμπ βρήκαν έκφραση (Bruce Levine «Shit-Life Syndrome» Counterpunch Jan. 2020). Αυτή η ευρεία κοινωνική και εν πολλοίς αντιφατική συμμαχία συγκολλήθηκε με τη ρητορική της Εναλλακτικής Δεξιάς (Alt-Right) «για τους κινδύνους που διατρέχουν οι λευκοί χριστιανοί, η πυρηνική οικογένεια και ο Δυτικός πολιτισμός».
Από την άλλη μεριά, στο Δημοκρατικό Κόμμα υπάρχουν διάφορα κόμματα στεγασμένα στο ίδιο αντίσκηνο. Το ερώτημα είναι αν οι πάσσαλοι στήριξής του θα αντέξουν την πίεση. Δεν είναι η πρώτη φορά που θα συμβεί αυτό. Το 1972 το τότε αντιπολεμικό ισχυρό κίνημα της νεολαίας επικράτησε και επέβαλε ως υποψήφιο τον Τζορτζ Μακγκόβερν, ο οποίος ηττήθηκε. Τότε όμως η κύρια αντίθεση ήταν εναντίον του πολέμου στο Βιετνάμ. Τώρα δεν πρόκειται περί αυτού. Πρόκειται για τον αμερικανικό καπιταλισμό. Τι μεταρρυθμίσεις μπορούν να γίνουν, πώς θα μειωθούν οι οικονομικές ανισότητες, πώς θα περιοριστεί σημαντικά η δύναμη των πολυεθνικών, πώς θα χτυπηθεί ο ρατσισμός κλπ.
Ακόμη περισσότερο τίθεται σε αμφισβήτηση η ηγεσία του Δημοκρατικού Κόμματος, βαθιά κατεστημένη και συνδεδεμένη με τη Wall Street και τις βιομηχανίες υψηλής τεχνολογίας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, ο πόλεμος που έκαναν στον Μπέρνι Σάντερς. Τα τελευταία τριάντα χρόνια η ηγεσία του ενδιαφέρεται απλώς να κρατά χαμηλούς τόνους και να μην εξαγριώνει τους Ρεπουμπλικανούς ή ενοχλήσει τους τραπεζίτες. Αποτέλεσμα όλων αυτών ήταν η αποξένωση του κόμματος από την κοινωνική του βάση.
Η όξυνση των προβλημάτων και η καταλυτική παρουσία του Τραμπ έχει κινητοποιήσει την κοινωνική του βάση με έντονη την παρουσία κινημάτων βάσης, όπως τους Millennials, Generation Z, Indivisible, Swing Left, Black Lives Matter κ.ά., τα οποία έχουν αναγκάσει την ηγεσία του να τα αποδεχτεί ως βασικούς παράγοντες διαμόρφωσης του προγράμματος του Μπάιντεν. Χαρακτηριστικό είναι ότι στις πέντε επιτροπές επεξεργασίας του προγράμματος συμπροεδρεύουν ένας εκπρόσωπος του Μπάιντεν και ένας του Σάντερς. Ο ίδιος ο Μπάιντεν κατανοεί ότι χρειάζεται σοβαρά την Αριστερά του κόμματος. Πολύ σοβαρό ρόλο στη μεταστροφή του έχει παίξει η πανδημία. Βλέπει τον εαυτό του ως εκείνο που θα κάνει τις μεγάλες κοινωνικές αλλαγές που χρειάζεται ο αμερικανικός λαός. Φαίνεται να βλέπει ότι το πρόβλημα της Αμερικής είναι δομικό όχι κυκλικό. Οι καταλύτες «πανδημία» και «Ντόναλντ Τραμπ» έχουν δημιουργήσει μία ευρεία συσπείρωση που συμπεριλαμβάνει την άλλοτε ηγερία των Μαύρων Πανθήρων Αντζελα Ντέιβις μέχρι τον Μπιλ Κρίστολ, κορυφαίο θεωρητικό του νεο-συντηρητισμού.
Σίγουρα η μάχη είναι σκληρή και αμφίρροπη. Ο Τραμπ δεν είναι καθόλου εύκολος αντίπαλος.
* Πολιτικός επιστήμονας
