Παρακολουθώντας την ένθεν κακείθεν επιχειρηματολογία για τις φετινές μαθητικές καταλήψεις δεν μπορώ, ως πρώην ιδιωτικός εκπαιδευτικός και γονιός παιδιού που φοιτά στην ιδιωτική εκπαίδευση, να αποφύγω τον πειρασμό να σχολιάσω ένα έωλο, κατά τη γνώμη μου, επιχείρημα όσων εναντιώνονται σε αυτές. Αφού προσπερνούν εύκολα τα υγειονομικά ζητήματα μιλώντας για οικονομική δυσπραγία, τεκμηριώνουν την άποψή τους περί αδιέξοδης πρακτικής, επισημαίνοντας ότι με τις καταλήψεις οι μαθητές χάνουν μαθήματα και ως εκ τούτου διευρύνεται το χάσμα μεταξύ των μαθητών δημόσιων και ιδιωτικών σχολείων. Κατηγορούν επί της ουσίας τους μαθητές ότι γίνονται οι ίδιοι οι καταληψίες τροχοπέδη στη ζωή τους και στη ζωή των συμμαθητών τους με την «ακραία» στάση τους.
Με λίγα λόγια και χωρίς κανένα λογικό άλμα, οι εκπαιδευτικές ανισότητες που εγκολπώνονται εξ ορισμού στις κοινωνικές και οικονομικές ανισότητες διευρύνονται από τις μαθητικές καταλήψεις. Ουδείς λόγος για την έλλειψη στοιχειώδους υποδομής, για τους μισθούς των εκπαιδευτικών, για τα παιδιά που δεν έχουν δεκατιανό και κολατσιό και σε ακραίες περιπτώσεις για έφηβες που δεν πάνε σχολείο γιατί δεν έχουν τα χρήματα να περιποιηθούν την υγιεινή του σώματος τους, όπως το απαιτεί η μηνιαία βιολογική τους συνθήκη. Ούτε ίχνος συγκατάβασης που φέτος η πανδημία του κορωνοϊού απειλεί όλους τους συμμετέχοντες στην εκπαιδευτική διαδικασία και με πολλά νοικοκυριά να μην διαθέτουν σύνδεση στο διαδίκτυο.
Σε αυτή, λοιπόν, την ιδιαίτερη συγκυρία, υγειονομική, οικονομική, κοινωνική, που δίνεται ταυτόχρονα η μάχη και εναντίον των συνωμοσιολόγων και αρνητών του ιού και της μάσκας, χρειάζεται μεγάλη προσοχή στις δημόσιες παρεμβάσεις μας, ειδικά όποιοι λαμβάνουν αποφάσεις και όσοι ανήκουν στους διαμορφωτές κοινής γνώμης. Ουδείς μπορεί να διαφωνήσει με αυτό που είπε ο δήμαρχος της ιδιαίτερης πατρίδας μου, της Δυτικής Αχαΐας, ότι «το χρήσιμο σχολείο είναι πάντα το ανοικτό σχολείο». Αλλά για να ισχύσει με τα σημερινά δεδομένα αυτό πρέπει να υπάρξει μια πειστική απάντηση στην εκπαιδευτική κοινότητα, χωρίς να υιοθετούμε αβασάνιστα τη λογική των μέτρων καταστολής και στοχοποιώντας ανέξοδα τους σημερινούς νέους.
Έχοντας δουλέψει ουκ ολίγα χρόνια με μαθητές της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης διαπίστωνα ότι πολλές φορές οι καταλήψεις γίνονταν χωρίς να έχει προηγηθεί μια ουσιαστική συζήτηση, καθώς και κατάθεση αιτημάτων προς τους αρμόδιους μέσω μιας συγκροτημένης πρότασης, μια διαδικασία περισσότερο εφηβικής εκτόνωσης. Γι’ αυτό ίσως και αυτές οι κινητοποιήσεις ήταν στην πλειονότητα τους θνησιγενείς. Ωστόσο, αυτό δεν απορρίπτει εκ των ουκ άνευ την κατάληψη ως, έστω και έσχατο, μέσο διεκδίκησης, αρκεί τα αιτήματα να είναι υπαρκτά και αποτυπώνουν τις πραγματικές ανάγκες.
Εξάλλου όπως αναφέρει κι ο Ζαν-Ζακ Ρουσό στον Αιμίλιο, ένα από τα σημαντικότερα διαχρονικά πονήματα που αφορούν στην παιδεία και την εκπαίδευση, «η παιδική ηλικία έχει τον δικό της τρόπο να βλέπει, να σκέφτεται και να αισθάνεται…»
