Δίχως υπερβολή, ο Μακρόν τις τελευταίες μέρες, με τις δηλώσεις του και με τη συνομιλία του με τον Πούτιν, κινήθηκε σε διαφορετικό στίγμα απ’ ό,τι η γερμανική προεδρία ως προς την ανάμειξη της Τουρκίας στην πολεμική σύγκρουση του Ναγκόρνο-Καραμπάχ.
Στα παραπάνω θα πρέπει να προστεθεί η διαθεσιμότητα του Μακρόν να μεσολαβήσει στην κρίση στη Λευκορωσία, επί της ουσίας δηλαδή να διευκολύνει επαφές ανάμεσα στην αντιπολίτευση στο Μινσκ και στο Βίλνιους και στο Κρεμλίνο.
Το μήνυμα του Παρισιού προς το Βερολίνο είναι σαφές, η δυσαρέσκεια Μακρόν για την πολιτική κατευνασμού της Μέρκελ προς τον Ερντογάν παραμένει, παρά την πρόσφατη επικοινωνία των ηγετών Γαλλίας και Τουρκίας.
Η Γαλλία θεωρεί ότι έπρεπε να έχει τον πρώτο ρόλο στη διαμόρφωση της στάσης της Ε.Ε. στην Ανατολική Μεσόγειο, όπως ακριβώς έχει γίνει ντε φάκτο αποδεκτό για τον ρόλο της Γερμανίας στην Ανατολική Ευρώπη.
Αν το Βερολίνο αγνοεί και παρακάμπτει το Παρίσι σε σχέση με τη στάση της Ε.Ε. απέναντι στην Τουρκία, ο Μακρόν απαντά -και μάλιστα παραμονές της συνόδου κορυφής- με την παρουσία του στην Ανατολική Ευρώπη.
Η διάσταση Γαλλίας-Γερμανίας δεν αφορά μόνον την αντιμετώπιση της Τουρκίας, αλλά και τη σταθερή επιλογή του Βερολίνου να απονευρώνει τη γαλλογερμανική σχέση ως ανώτατο πεδίο σύνθεσης των ευρωπαϊκών ισορροπιών.
Η Γερμανία δεν είναι πρόθυμη να αναγνωρίσει στη Γαλλία σε ό,τι αφορά την άμυνα και τη διπλωματία της Ε.Ε. μια πρωτοκαθεδρία ανάλογη με αυτήν που η ίδια έχει κατοχυρώσει στη λειτουργία της ευρωζώνης.
Προτιμά σαφώς να αναζητά τον ευρωπαϊκό κοινό παρονομαστή πέραν της Γαλλίας, μαζί με την Ισπανία και την Ιταλία.
Σε ό,τι αφορά την άμυνα και την ασφάλεια, το Βερολίνο θα ήθελε την εξισορρόπηση του προβαδίσματος ισχύος της Γαλλίας με μια θεσμική ή ακόμη και άτυπη ειδική σχέση με δύο εκτός Ε.Ε. χώρες, τη Βρετανία και την Τουρκία.
