Όταν ήμουν παιδί, κρυβόμουν στη ζέστη του μεσημεριού κάτω από αυτοσχέδια τέντα που έφτιαχνε η μάνα μου με ένα παλιό σεντόνι. Καθώς η θερινή ραστώνη κρατούσε τη λοιπή οικογένεια αποκοιμισμένη, έπαιζα σιωπηλά το… «όλοι τους και μόνη μου». Το περίεργο είναι πως ακόμη και τώρα που «μεγάλωσα», το ίδιο -γοητευτικά ανώφελο- παιχνίδι, εξακολουθώ να παίζω. Δεν κερδίζεις ποτέ σε αυτό. Σου αφήνει ωστόσο μια μικρή ικανοποίηση πως δε χάνεις κιόλας, αφού δεν μπορούν να σε κατατάξουν εύκολα στα… «αγκιστρωμένα» ψάρια!
Ένα δελφίνι. Εικόνα καλοκαιρινή, ελκυστική σαν αποτύπωμα φαντασίας. Ανυπόταχτο και με παιχνιδιάρικη σκέψη, τσαλαβουτά ελεύθερο στα πελάγη, είτε τα νερά είναι γαλάζια, είτε πράσινα, είτε φαιοπορφυρά – βαμμένα από τον ήλιο που δύει. Δεν καταπίνει το δόλωμα κι αν κάποτε πιαστεί στα δίχτυα, τα σκίζει και φεύγει γι αλλού, ακολουθώντας τη δική του ρότα.
Ακριβοπουλιούνται στις πολιτικές αγορές τα «βουρκόψαρα». Αφρίζουν από το κακό τους, αγορεύοντας διαρκώς, τα… «αφρόψαρα». Ξεγελούν οι γελοίοι «γύλοι», θολώνει το μάτι των παχυλών «ροφών», μελάνι ξαμολούν οι… «σουπιές» και δηλητήριο οι… «σκορπίνες». Κασσιτερωμένοι ανεγκέφαλοι «κέφαλοι», με σκουριασμένο δέρμα σαν τις απόψεις τους, βουτούν δώθε-κείθε, καραδοκώντας να χάψουν μεγάλη μπουκιά…
Παρά τον ζόφο του covid 19, o τόπος αναδεύεται ράθυμα και νωχελικά προσδοκώντας να διατηρήσει λίγη ελεύθερη ανάσα… Οι μέρες, κρατούν ακόμη λίγη από τη γλυκύτητα του ολοστρόγγυλου σαν πεπόνι ζουμερό και σα φεγγάρι ολόγιομο, Αύγουστου. Οι σκέψεις μας ταξιδεύουν στο νερό. Τις πιο πολλές φορές ανάποδα, από την ανησυχία, σαν καρίνες μισοβυθισμένων πλοίων.
Οι πόλεις και τα χωριά, θροΐζουν σα κρινάκια της άμμου, στο μελτέμι. Ακόμη κι οι αυτοσχέδιες προσφυγοφαβέλες από πρόχειρα υλικά και ξύλινα καφάσια σα να αποκτούν μια χάρη μέσα στην οικιστική τους ασχήμια και την ευρωπαϊκή απανθρωπιά. Κρυβόμαστε όλοι κάτω από τα διάφανα πέπλα του γαλάζιου ορίζοντα, μπας κι αποφύγουμε για λίγο να νοιώθουμε πεταμένοι στις αποθήκες “αυτοαπομόνωσης”, σαν εμπορεύματα που ξέμειναν στις εκπτώσεις…
Ερημοκλήσια μυρωδάτα, με το φως να κυλάει από τα παράθυρα. Άδειες εκκλησιές. Γιαγιάδες μασκοφορεμένες στα κατώφλια παλιών σπιτιών. Δεν πλέκουν πια «μπιμπιλωτές» δαντέλες. Πλέκουν το φόβο τους με νήμα χοντρό, ακούγοντας για κρούσματα και συνοδά νοσήματα.
Πευκοβελόνες στον ίσκιο του μεσημεριού. Τζιτζίκια τραγουδιστάδες σε ένα πανηγύρι που τελειώνει όπου να ‘ναι, χωρίς καν να αρχίσει. Ο μέρμηγκας, σε “αναστολή εργασίας” και ασθμαίνων, ζει όπως ο μέσος Έλληνας: Με την αγωνία του τι θα φάει το χειμώνα!
Ανάταση αισθήσεων, παράταση παραισθήσεων. Αύρα πιο ψυχρή, ικανή να ριγήσουν οι επιδερμίδες. Σάρκες ξεροψημένες, με προσμονή να κρατήσουν λίγο ήλιο μες το φθινόπωρο, που απειλητικό ακούγεται να ξεπροβάλλει. Ένας παφλασμός κι ένα παιχνίδισμα στο κύμα. Τα σχολεία θα ανοίξουν, με τα παιδάκια μασκοφορεμένα κι ένα παγουρίνο bonus σπουδών.
Πες το, σα δελφίνι, όσο έχεις ακόμη καιρό…
