Μαριάννα Τζιαντζή
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Μια αληθινή ιστορία από τα χείλη ενός σπουδαίου λαϊκού καλλιτέχνη.


Η απαγόρευση των πανηγυριών ήταν μια από τις πρώτες ειδήσεις της εβδομάδας. Πιο πολύ όμως από τα χωριά και τους συλλόγους που οργάνωναν τα πανηγύρια, πιο πολύ κι από τους καταστηματάρχες ή από τους κτηνοτρόφους και τους κρεοπώλες που δεν θα πουλήσουν τα ζώα και τα κρέατά τους, θρηνούν οι μουσικοί και οι τραγουδιστές που βλέπουν το εισόδημά τους να μηδενίζεται.

Κάποτε στα πανηγύρια, κυρίως της Αττικής και ιδίως στην περίοδο 1950-1965 έδιναν το παρών τα πρώτα ονόματα της λαϊκής και δημοτικής μουσικής ή νεαροί καλλιτέχνες που εξελίχτηκαν σε πρώτα ονόματα. Αναφέρουμε ενδεικτικά: Γιάννης Παπαϊωάννου, Σωτηρία Μπέλλου, Μανώλης Χιώτης, Μαίρη Λίντα, Στράτος Διονυσίου, Βασίλης Σαλέας, Γιώργος Παπασιδέρης.

Η χαριτωμένη ιστορία που ακολουθεί είναι ακριβής μεταφορά της αφήγησης του συνθέτη, ακορντεονίστα και αρμονίστα Βασίλη Βασιλειάδη (1927-2010) στη ραδιοφωνική εκπομπή «Λαϊκοί Βάρδοι» του αξέχαστου δημοσιογράφου και μελετητή του λαϊκού τραγουδιού Πάνο Γεραμάνη. Πρέπει να συνέβη γύρω στα 1957, όταν ο Βασιλειάδης συνεργαζόταν, ως ακορντεονίστας, με τον Στέλιο Καζαντζίδη.

Ένα πανηγύρι στου Μελιγαλά

Βασιλειάδης: Μου λέει ο Καζαντζίδης «Μελιγαλά θα πάμε». Ακούω εγώ Μελιγαλά, δεν το ’χα ξανακούσει. «Πού είναι;» Καλαμάτα. «Ναι, Στέλιο μου, εντάξει, κι ας είναι μακριά». «Ας είναι μακριά, είναι καλό πανηγύρι». Ε, αφού είναι καλό πανηγύρι, ετοιμάζομαι κι εγώ. Μου ’χε συστήσει ένα ράπτη στο Σύνταγμα, Κουδούνης, το θυμάμαι τ’ όνομα. Μ’ έντυσε εκεί καλά, τέλεια, κι αφού φύγαμε κουστουμαρισμένοι και τα λοιπά, και το ’χα κρεμάσει εγώ το παπιονάκι μου στο κουστουμάκι αυτό, άμα μου ’λεγε ο Καζαντζίδης «καλή δουλειά», έβαζα το κουστούμι αυτό.

Γεραμάνης: Τι πανηγύρι ήταν αυτό, θυμάσαι;

Βασιλειάδης: Ήτανε ζωοπανήγυρη. Αλλά ή ο Καζαντζίδης μου το ’κρυψε, είτε εγώ δεν είχα την πονηρία να ρωτήσω «τι πανηγύρι είναι;» και τι «μαγαζί είναι αυτό».

Γεραμάνης: Μεγάλο μαγαζί;

Βασιλειάδης: Τι μαγαζί; Στο ύπαιθρο. Πιάνανε τα μαδέρια που ’χαν σπίτια τους, ξέρω γω, τα καρφώνανε καλά και βάζανε πάνω κουρελούδες απ’ τα σπίτια τους και βάζανε πάνω και πέντε καρέκλες, που ’μαστε πέντε ας πούμε. Κι ανεβαίνω εγώ πάνω στα μαδέρια αυτά, μετά από τόσα πάλκα, στην Τριάνα του Χειλά που παίζαμε, και στα καλά μαγαζιά, αλλά ήμαστε κοπανατζήδες, ξέρεις, τα μεροκάματα ήτανε μικρά. Δεν υπήρχε τότε μεροκάματο που να παίρνουν αυτό το αστρονομικό ποσό. Εγώ θυμάμαι δούλευα κι έπαιρνα 50 δραχμές μεροκάματο. Στο πανηγύρι θα ’παιρνα ένα χιλιάρικο. Ήταν μεγάλη δουλειά. Και γέλαγα το μαγαζί κι έφευγα ότι είμαι άρρωστος. Κι είχα και το παπιόν και μου δείχνουν το πάλκο, γέλια εγώ.

Γεραμάνης: Και τελάρα τότε.

Βασιλειάδης: Τελάρα; Επάνω σε τελάρα για να μην πέσει κανένα μαδέρι. Εγώ ντρέπομαι, είχα ιδρώσει απ’ το κακό μου, τέλος πάντων αρχίζουμε και παίζουμε κι από κάτω η γαλαρία όλη, γαϊδούρια, μουλάρια, κατσίκια, γουρούνια, τι πράμα ήτανε εκείνο, κοίταζα εγώ, ήθελα κάτι να του πω [του Στέλιου], αλλά φοβόμουνα κιόλας μη μ’ ακούσει κανείς, μην τους θίξω. Τέλος πάντων, αρχίζουμε κι όπως παίζαμε, τραγούδαγε ένας τραγουδιστής θυμάμαι, με το πρώτο, το δεύτερο τραγούδι που λέει κάνει και κάποια κορόνα – τα τραγούδια συνήθως έχουν και κάποια κορόνα.

Γεραμάνης: Ποιος τραγουδιστής ήτανε;

Βασιλειάδης: Αυτός ήτανε η κιθάρα η καλή που μας κράταγε, ο Χρήστος ο Λαβίδας.

Γεραμάνης: Α, ο αδελφός του άλλου [του Τάκη] που έπαιζε σαντούρι.

Βασιλειάδης: Ο αδελφός του σαντούρι έπαιζε.

Γεραμάνης: Άρα ήτανε θείος της Βιτάλη.

Βασιλειάδης: Ήτανε θείος της Βιτάλη. Λοιπόν εκεί που έπαιζε με την κιθάρα, ξέρεις, ό,τι τραγούδι εμείς δεν ξέρουμε, οι κιθαρίστες τα ξέρουν όλα, και λέει «θα το πω εγώ αυτό το τραγούδι». Κι όπως λέει μια κορόνα «τα βουναααά», αρχίζει από κάτω ένας γάιδαρος: α-ού, α-ού. Μας πιάνουνε τα γέλια, ο Καζαντζίδης γελάει, «Τι γελάτε;» (αυστηρά). «Με μένα γελάτε εσείς οι τέσσερις;» Πω πω πω, βάζει χέρι του Καζαντζίδη αυτός ο Χρήστος ο Λαβίδας γιατί γέλασε. Και πετιέται ένας από κάτω –δε θέλω να λέω όνομα– μουσικός ήτανε εκείνη την ώρα κάτω, και λέει «Ρε συ, Λαβίδα, εσύ τους μάζεψες αυτούς, στα παιδιά παραπονιέσαι;»

Και μετά φύγαμε από κει και γυρίσαμε πάλι στου Μάριου το καφενείο και περιμέναμε, το συνηθισμένο το βιολί, να σκάσει κανένα πανηγύρι, μα από τη Λειβαδιά, μα από κει.

Ο μικρασιατικής καταγωγής Βασίλης Βασιλειάδης έχει στο ενεργητικό του πολλά τραγούδια που άντεξαν στο χρόνο, όπως «Στο σταυροδρόμι», «Εγώ είμαι αϊτός», «Όταν πίνει μια γυναίκα», «Υπάρχει και Θεός» κι εκατοντάδες άλλα. Ήταν ο πρώτο που εισήγαγε στη λαϊκή ορχήστρα το αρμόνιο (τη «φαρφίσα», όπως την έλεγαν τότε από την ιταλική εταιρεία που την κατασκεύαζε). Όσο για τη σχέση ανάμεσα στα σημερινά και τα παλιά πανηγύρια, πολλά μπορεί να πει κανείς και όχι πάντα κολακευτικά. Ας μην τα βλέπουμε όμως αφ’ υψηλού. Ακόμα και μέσα στη βαβούρα, τον εκκωφαντικό ήχο, την «ποιότητα» των τραγουδιών του συρμού, μπορεί ξαφνικά να βρεθούμε μπροστά σε εκρήξεις ομορφιάς, όπως ένας αέρινος ερασιτέχνης χορευτής ή ένα βιολί που «σου σχίζει την ψυχή».