Καθώς φαίνεται, η μόνη σοβαρή επένδυση του ελληνικού συντηρητισμού γίνεται στην πολιτική κούραση∙ στη βέβαιη και με κάθε τρόπο απομάκρυνση των πολιτών από τον δημόσιο χώρο. Η πλευρά της δεξιάς κυβέρνησης, όταν δεν φουσκώνει με εθνοπατριωτισμό τους οπαδούς της, όπως έκανε ως αντιπολίτευση με τις Πρέσπες στο πρόσφατο παρελθόν, αντιλαμβάνεται τους θεσμούς της ευνομούμενης πολιτείας ως κοινωνικοπολιτικό μπελά ή ως εμπόδιο στην ανάπτυξη.
Ο ίδιος ο πρωθυπουργός πιστεύει ότι, εφόσον εκλέχτηκε με το σύνθημα «εμείς μπορούμε καλύτερα» για σταθερότητα και ανάπτυξη, θα πρέπει να αφεθεί ανεμπόδιστος στις δουλειές του. Το ίδιο πιστεύουν και οι κυβερνητικοί αξιωματούχοι και τα εξαπτέρυγά τους στα μίντια. Έως εδώ, είναι πολιτικά θεμιτό το ζήτημα. Ακουμπάει, όμως, την ουσία; Ποια είναι η δουλειά της παρούσας κυβέρνησης;
Πέραν της καχυποψίας σε ό,τι έχει να κάνει με την «κυβερνώσα εκτεταμένη Οικογένεια», στην καλύτερη περίπτωση είναι μια λάιτ παλιομοδίτικη πολιτική που παριστάνει τη μοντέρνα. Στη χειρότερη, είναι μια ιδιοτελής πολιτική που δεν μπορεί να κρυφτεί.
Η λάιτ πολιτική υποκρίνεται ότι είναι ουδέτερη σε μια αρκετά δύσκολη και ιδεολογικοποιημένη περιφερειακή, ευρωπαϊκή και παγκόσμια πίστα όξυνσης των ανισοτήτων που δεν προοικονομεί κλίμα ελπίδας και σταθερότητας. Η ιδιοτελής πολιτική θα αντέχει ως κυλιόμενη δημοσκοπική αποτύπωση, χωρίς να εγγυάται τίποτα. Στην ουσία, η μόνη κατάκτηση για την οποία μπορεί να επαίρεται η παρούσα κυβέρνηση είναι το «έγκαιρη και σωτήρια διαχείριση του Covid-19» ‒ με τον οποίο ωστόσο δεν έχουμε τελειώσει ως χώρα, ως Ευρώπη ή ως παγκόσμια κοινότητα.
Οι λοιπές επιδόσεις είναι ωραιοποιήσεις της ακαλαισθησίας, με αρκετές προσδοκίες μάλλον να βαίνουν φθίνουσες (από προβλέψεις για ύφεση 4%, έχουμε υπερβεί το 8% και ανεβαίνουμε). Το υπόλοιπο έργο είναι εμμονές που μπάζουν από παντού∙ παρωχημένες κυβερνητικές στοχεύσεις, ακροδεξιοί αυτοθαυμασμοί και απολιτίκ νεοαριστεία για «πάσαν νόσον και πάσαν μαλακίαν», μετά τουρισμού και καζίνου.
Ύστερα από δέκα χρόνια κρίσης χρέους (που δεν μας έχει εγκαταλείψει) και ενσκήπτουσας πανδημίας (που έφερε ξανά στη δημόσια ατζέντα τον ρόλο του κράτους πρόνοιας), η κυβέρνηση απορεί. Όχι μόνον δεν σέβεται τα δημόσια αγαθά, το περιβάλλον και τον πολιτισμό, αλλά δείχνει να τα σιχαίνεται. Ενθαρρύνει, απλά, την άνευ όρων ιδιωτικοποίηση των πάντων: του δημόσιου χώρου, των πόρων και υπηρεσιών στους τομείς της εκπαίδευσης, της υγείας, της ενέργειας, των μεταφορών, του περιβάλλοντος, των υποδομών και του νερού.
Εμφανίζει ως πρόοδο την τάση της νέας γενιάς να ασχοληθεί με τις δικές της ανάγκες. Προωθεί την digital πλευρά της ζωής και virtual κοινότητες, αποκλείοντας τους νέους από την αξίωση μιας σύγχρονης ζώσας εκπαίδευσης. Με αυτόν τον τρόπο υπονομεύει τις μακροπρόθεσμες δυνατότητες του συνόλου και της ελληνικής οικονομίας. Κι αυτά, με ένταση δημοκρατικού ελλείμματος, αύξηση αυταρχισμού, έκπτωση της διαφάνειας, απουσία στόχων και διαλόγου. Οι συντηρητικοί κληρονόμοι του συστήματος γνωρίζοντας εκ των προτέρων ότι δεν θα μπορούσαν να κάνουν πολλά, δεν κάνουν και πολλά με αβάσταχτη ελαφρότητα. Εάν έκαναν, θα έχαναν τα προνόμιά τους.
Κληρονόμοι, ωστόσο, υπάρχουν και από την πλευρά του αντισυστημισμού. Εδώ, απουσιάζει η πρόταση της υποκατάστασης του συστήματος. Το αποτέλεσμα είναι οι συζητήσεις για μέτωπα και προοδευτικές συμμαχίες να γίνονται λίγο πολύ από τα πάνω, και να φαντάζουν ανυπόληπτες στα δυνάμει κοινωνικά υποκείμενα. Η Αριστερά δεν έβαλε τέλος στις ενδοκομματικές εχθροπάθειες και στα εσωτερικά σουσουδίσματα.
Το άνοιγμα στην κοινωνία δεν έγινε – ίσως γιατί θα έσπαγε την κομματική επετηρίδα και τα απαράτ. Επιπλέον, παρά την κυβερνητική εμπειρία ‒ή, μάλλον, εξαιτίας της‒ αρκετοί διαπίστωσαν ότι αυτό που θεωρούνταν «ο εχθρός μας» ή το «σύστημα που πρέπει να ανατραπεί», δεν ήταν άλλο από το «ο χορηγός μας» και ο αφέντης που πρέπει να υπηρετηθεί.
Η παραπάνω εγγενής πολιτική δυσανεξία, επιτρέπει στην κυβέρνηση να ολοκληρώνει ανενόχλητη την παρακμή των θεσμών και να «κλειδώνει» τα κουσούρια της χώρας, σπονδυλωτά, με δυσμενείς συνέπειες στις αντίστοιχες κοινωνικές βάσεις του καθημερινού βίου: τη δημοκρατική διακυβέρνηση, την αγορά στον καπιταλισμό (εφόσον εδώ ζούμε), το νομικό σύστημα και το τοπίο του δικαίου και τις κοινωνίες των πολιτών. Αυτά τα «μαύρα κουτιά», όταν δεν συζητούνται δημιουργούν σκηνικά με το κάρο μπροστά από το άλογο.
Κοντολογίς, ο κόσμος ξέρει καλύτερα από τους πολιτικούς ποια είναι τα προβλήματά του. Θέλει αλλαγή εικόνας και πολιτικού παραδείγματος. Δεν θέλει μαθήματα ιεράρχησης των δεινών που μαστίζουν την ανθρωπότητα. Θέλει «δημοκρατία». Θέλει και απασχόληση. Θέλει να τρώει, να στέλνει το παιδί του στο σχολείο, να πληρώνει και φόρους και τη ΔΕΗ. Και αυτά δεν αντιμετωπίζονται με αυτάρεσκες ελαφρότητες.
