Στη σκιά του πρόσφατου τραγικού γεγονότος που κινητοποίησε δικαίως εκατομμύρια ανθρώπους ενάντια στον ρατσισμό διερωτόμαστε αν παρατηρούμε πράγματι την «καθημερινή δολοφονία μιας ολόκληρης φυλής στους αμερικανικούς δρόμους», όπως την παρουσίασε ο κ. Τσαλαπάτης σε πρόσφατο άρθρο του στην «Εφ.Συν.» (14/6).
Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, όπως τα δημοσίευσε πρόσφατα η Washington Post, το 2019 στις ΗΠΑ τα άοπλα νεκρά θύματα από αστυνομικά πυρά ήταν συνολικά 55, εκ των οποίων 25 ήταν λευκά, 14 μαύρα και 16 «άλλης φυλετικής ομάδας».
Πρόβλημα αστυνομικής βίας υπάρχει. Τα 55 άοπλα θύματα δεν είναι λίγα. Και τα 1.003 ένοπλα θύματα είναι πάρα πολλά – εξάλλου είναι η φτώχεια που σπρώχνει τόσους ανθρώπους στην παραβατικότητα, άρα και στη στοχοποίησή τους από την αστυνομία.
Αποτελούν όμως, σε μία χώρα 330 εκατομμυρίων κατοίκων, οι 14 άοπλοι νεκροί μαύροι του 2019 «δολοφονία μιας ολόκληρης φυλής»; Και μάλιστα όταν δίπλα τους έπεσαν 25 λευκοί;
Περαιτέρω, αν αιτία της βίας αποτελεί η ρατσιστική νοοτροπία των λευκών ενάντια στους μαύρους, πώς εξηγείται το γεγονός ότι μαύροι αστυνομικοί φαίνεται να δολοφονούν εξίσου ή και περισσότερο μαύρους πολίτες;
Η προσήλωση στο μικρόβιο του ρατσισμού όχι μόνο στρέφει τους προβολείς μακριά από τις κοινωνικοπολιτικές αιτίες των προβλημάτων, αλλά επιπλέον σπέρνει μίσος και διχόνοια μεταξύ αυτών που θα έπρεπε να συνασπίζονται για ένα καλύτερο μέλλον – ασχέτως του χρώματος του δέρματός τους. Η δε διαβόητη «λευκή υπεροχή» δεν φαίνεται να συμβαδίζει με το γεγονός ότι η πιο επιτυχημένη οικονομικά φυλετική ομάδα στις ΗΠΑ δεν είναι οι λευκοί αλλά οι Ασιάτες.
Η λάθος διάγνωση οδηγεί στη διαιώνιση του προβλήματος. Σήμερα διαπιστώνεται ότι οι κινητοποιήσεις για τη δολοφονία του Μάικλ Μπράουν στο Φέργκιουσον το 2014 οδήγησαν σε μια σειρά επιφανειακών μεταρρυθμίσεων, καθώς δεν μειώθηκε έκτοτε ο συνολικός αριθμός όσων μαύρων πυροβολούνται θανάσιμα από την αστυνομία.
Η μονότονη και απλοϊκή αναγωγή του προβλήματος στην απαρχή της δουλείας και στα 400 χρόνια ρατσισμού, τείνει να εξαλείφει βολικότατα τις ευθύνες των τελευταίων 40 ετών, όπου οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές οδήγησαν στην επισφάλεια τα πιο αδύναμα κοινωνικά στρώματα. Η περίπου 2,5 φορές αυξημένη πιθανότητα να σε πυροβολήσουν θανάσιμα αστυνομικοί εάν είσαι μαύρος, συμπίπτει με την περίπου 2,5 φορές μεγαλύτερη φτώχεια που χτυπά τους Αφροαμερικανούς σε σχέση με τους λευκούς.
Στο τέλος της δεκαετίας του 1960, τα τρία τέταρτα των μαύρων αντρών εργάζονταν, ενώ στο τέλος της δεκαετίας του 1980 μόνο το 57 τοις εκατό εργαζόταν. Αυτό οφειλόταν σε κάποια έξαρση του ρατσισμού ή στην καπιταλιστική κρίση μετά το 1973 και τη νεοφιλελεύθερη στρατηγική αντιμετώπισής της; Οι «προοδευτικές» μερίδες των καπιταλιστών σπεύδουν να υιοθετήσουν τα αφηγήματα περί ρατσιστικών νοοτροπιών καθώς ήταν αυτές οι μερίδες που ολοκλήρωσαν με ενθουσιασμό όλες τις νεοφιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις τη δεκαετία του ’90.
Αριστεροί μαύροι διανοούμενοι, όπως οι Cedric Johnson και Adolph Reed Jr., έχουν τονίσει επανειλημμένα ότι ο ρατσισμός και το χρώμα του δέρματος δεν μπορούν να εξηγήσουν επαρκώς την αστυνομική βία, και ότι αντίθετα ο αντιρατσισμός χρησιμοποιείται ευρύτατα ως αφήγημα νομιμοποίησης της κυρίαρχης ταξικής πολιτικής και λιτότητας – κοστίζει πολύ λιγότερο η ηθικιστική σταυροφορία ενάντια στις νοοτροπίες και η σχετική αναβάθμιση των τεχνοκρατικών εγχειριδίων μάνατζμεντ, από τη ριζική αντιμετώπιση της φτώχειας και της ανισότητας πέρα από κρατικές ελεημοσύνες.
Με τον ίδιο τρόπο το κατεστημένο σήμερα μπορεί να καλωσορίσει ακόμα και μια υποχρηματοδότηση ή κατάργηση της αστυνομίας ως μείωση των εξόδων του, αδιαφορώντας για το αν η υποχρηματοδότηση αυτή θα βοηθήσει ουσιαστικά ή όχι στη μείωση των θανάτων. Την κρίσιμη στιγμή θα βρεθούν εφεδρείες καταστολής, κι αυτή όπως πάντα θα στραφεί δυσανάλογα στους πλέον αδύναμους και υπό εκμετάλλευση.
Προβληματική επίσης είναι η τάση να μεταβιβάζονται όλες οι ευθύνες για την παθολογία της καπιταλιστικής πραγματικότητας στον Τραμπ. Οι όροι της αναγκαίας και καλοδεχούμενης κριτικής στον Τραμπ δεν μπορούν να υπαγορεύονται από τους υποκριτές αντιπάλους του εντός των κυρίαρχων τάξεων. Οταν το 2015 ξέσπασαν βίαιες ταραχές στη Βαλτιμόρη ως διαμαρτυρία για την αστυνομική βία που σκότωσε τον Φρέντι Γκρέι, ο Ομπάμα καταφέρθηκε ενάντια στους εξεγερμένους αποκαλώντας τους «εγκληματίες και αλήτες». Αυτό που τότε πέρασε στα ψιλά, τώρα που το εκφέρει ο Τραμπ προκαλεί στα ΜΜΕ καθημερινή οργή και αγανάκτηση.
Ομως η κρίση του καπιταλισμού είναι πραγματική και βρίσκεται μαζί μας πολύ καιρό προτού εκλεγεί ο Τραμπ. Ας την πάρουμε στα σοβαρά. Η Αριστερά χρειάζεται την ουτοπία, προσπαθεί να αλλάξει ριζικά την πραγματικότητα, δεν χρειάζεται ούτε τη δημαγωγία ούτε νίκες που μένουν συμβολικές.
*μέλος της Platypus Affiliated Society
