Η χειμερία νάρκη, στην οποία μας έριξε η πανδημία, τερματίζεται εδώ στην Αγγλία στις 15 Ιουνίου, τότε που θα ανάψει το πράσινο φως για την επαναλειτουργία των καταστημάτων. Αλλά το μέλλον που ανοίγει τις πόρτες του στους ιδιοκτήτες πολλών από αυτά τα καταστήματα (και σε αυτούς συμπεριλαμβάνονται οι γίγαντες της ιδιωτικής οικονομίας και οι μεγαλύτεροι στη χώρα ιδιωτικοί εργοδότες) δεν τους συναρπάζει όπως τους νεονύμφους. Μερικοί από αυτούς δεν μπορούν ακόμη και να θυμηθούν με τι έμοιαζε το μέλλον που ονειρεύονταν.
Οι προβλέψεις είναι τόσο απαισιόδοξες, καθώς οι επόμενοι μήνες δεν θα είναι για πολλούς τίποτε λιγότερο από αγώνας για επιβίωση. Οι πωλήσεις, είναι βέβαιοι, θα είναι πενιχρές. Τα σμήνη των πελατών δεν φαίνονται στον ορίζοντα να έρχονται για να αρπάξουν ό,τι προλάβουν. Και αυτό τη στιγμή που τα απολεσθέντα έσοδα των εμπορικών συγκροτημάτων, με εξαίρεση αυτά που πωλούν τρόφιμα, στον χρόνο που λόγω της πανδημίας παρέμεναν κλειστά ανέρχονταν και εξακολουθούν να ανέρχονται εβδομαδιαίως σε 1,8 δισεκατομμύρια λίρες.
Οι απώλειες αυτές σημειώνονται τη στιγμή που όλα τα καταστήματα λιανικών πωλήσεων αγωνίζονταν να ξεπεράσουν την προϋπάρχουσα κρίση, οι τελευταίες ενδείξεις της οποίας εκδηλώθηκαν στη διάρκεια των Χριστουγέννων (τότε που οι πωλήσεις έπεσαν στο χειρότερο επί έτη επίπεδο) και, μετά, κατά τις θύελλες και τις πλημμύρες του περασμένου Φεβρουαρίου.
Εστω κι αν οι ιδιοκτήτες τους δεν ξεφωνίζουν για την κακοτυχία τους όπως στην «Κραυγή» του Μουνκ ή όπως οι ιδιοκτήτες των αεροπορικών ή των τουριστικών επιχειρήσεων, οι απροσδόκητες εξελίξεις άνοιξαν έτσι σχεδόν μοιραία την πόρτα σε μια χωρίς προηγούμενο υπαρξιακή κρίση, στη χρεοκοπία τους. Αυτό συνέβη σε πολλές επιχειρήσεις, ενώ σε άλλες, όπως το Debenhams, αγωνίζονται να ξεφύγουν από το μοιραίο που φέρνει το τσουνάμι της νέας κρίσης και ο αναπόφευκτος αγώνας για την επιβίωση του ισχυρότερου για τον οποίο μιλούσε ο Δαρβίνος.
Στα καταστήματα λιανικών πωλήσεων απασχολούνται περίπου τρία εκατομμύρια Βρετανών που μπορεί να βρεθούν άνεργοι από τη μια μέρα στην άλλη. Εν τω μεταξύ, όπως προβλέπεται, μόνον μέσα στο καλοκαίρι που μας έρχεται οι άνεργοι θα διπλασιαστούν.
Η απαισιοδοξία για το άμεσο μέλλον στηρίζεται κατ’ αρχάς στη βεβαιότητα ότι η πανδημία, που έφερε τη χειρότερη ύφεση μετά το 1706, έχει μειώσει τα εισοδήματα των ανθρώπων και μοιραία την αγοραστική τους δύναμη. Πέραν αυτού, οι Βρετανοί, όπως διαπιστώθηκε, δεν καταναλώνουν τώρα ό,τι κατανάλωναν πριν από την εμφάνιση του Covid-19. Η πανδημία οδήγησε σε μια νέα αντίληψη των καταναλωτικών μας αναγκών σύμφωνα με την οποία δεν χρειαζόμαστε ό,τι και όσα νομίζαμε ότι χρειαζόμαστε.
Μεταξύ άλλων, αυτό που άλλαξε είναι και η επιλογή των φαγητών μας, καθώς τώρα πολλοί προτιμούν το σπιτίσιο αντί για το ετοιματζίδικο. Η πανδημία ίσως να έφερε το τέλος του καταναλωτισμού. Η ίδια απαισιοδοξία των επιχειρήσεων στηρίζεται επίσης στον φόβο ότι οι πελάτες, για να προστατεύσουν την υγεία τους, θα κάνουν ό,τι μπορούν για να αποφύγουν τα πλήθη των μεγαλοκαταστημάτων.
Πολλοί όντως προτιμούν τώρα τα μικρά καταστήματα για τις αγορές τους εν μέρει διότι λόγω αποφυγής του συνωστισμού, εν μέρει διότι θέλουν να υποστηρίξουν τα τοπικά μαγαζιά. Εκτός αυτών, ένα τσάι στη γειτονιά πάει ωραία με λίγο κουτσομπολιό.
Αλλά ο μείζων παράγοντας που οδήγησε στη σημερινή κρίση είναι η επί εβδομάδες αδυναμία μας να κάνουμε τα αναγκαία ψώνια στα μαγαζιά λόγω απαγόρευσης της κυκλοφορίας. Τα ψώνια γίνονταν έτσι διαδικτυακά, μέσω των ηλεκτρονικών δικτύων, με συνέπεια τη δραστική αλλαγή των συνηθειών του αγοραστικού κοινού.
Πριν από την πανδημία, οι αγορές μέσω ίντερνετ κάλυπταν το ένα πέμπτο των όλων πωλήσεων. Στη διάρκειά της ανέβηκαν στο ένα τρίτο. Σε έξι εβδομάδες (έως τις 24 Απριλίου) είχαμε μια αύξηση κατά 70% των βρετανικών επιχειρήσεων που άνοιξαν το δικό τους δικτυακό κανάλι σε σύγκριση με τις έξι εβδομάδες πριν από αυτήν την ημερομηνία. Ταυτόχρονα εμφανίστηκαν νέες διαδικτυακές μόνον πωλήσεις, στα χνάρια κέντρων όπως η Amazon.
Η Amazon, παρεμπιπτόντως, στεγάζεται φορολογικά σε χώρες που επιβάλλουν μηδενικούς φόρους, δεν έχει τα υψηλά ενοίκια που πληρώνουν τα κέντρα λιανικών πωλήσεων και δεν πληρώνει αξιοπρεπείς μισθούς στους εκατοντάδες χιλιάδες υπαλλήλους της. Ο Τζεφ Μπέζος, ο ιδρυτής της, είναι ο πλουσιότερος άνθρωπος στον κόσμο.
Και η αλλαγή στις συνήθειες του αγοραστικού κοινού (που πήρε μόνον λίγες εβδομάδες για να συντελεστεί αντί για χρόνια όπως αναμενόταν) ήρθε για να μείνει. Οταν γίνεται αντιληπτό πόσο εύκολο είναι να δεις να φτάνει στην πόρτα του σπιτιού σου ό,τι χρειάζεσαι ύστερα από τα πάτημα λίγων πλήκτρων, αυτό φέρνει μια συνήθεια που, όπως η συνήθεια να καθόμαστε, δεν αλλάζει εύκολα.
Υπολογίζεται ότι το 2025 το 50% των αγορών θα γίνεται διαδικτυακά. «Ο κόσμος», όπως είπε ο γενικός διευθυντής του Marks & Spencer, «δεν θα είναι ποτέ αυτός που ξέραμε». Δεν αλλάζει μόνον η διάρθρωση της οικονομίας με συνέπειες και για τους εργαζόμενους, αλλά και οι καθημερινές συνήθειές μας, η γειτονιά μας και σε τελευταία ανάλυση η ζωή μας. Το μόνο που δεν αλλάζει είναι ο αέναος αγώνας μεταξύ του καλού και του κακού. Ή, όπως είπε κάποιος, η στάση αυτών που έχουν στα χέρια τους την εξουσία!
