…πάλι η ζωή γλυκιά είναι. Αυτή είναι η άποψη του δημοτικού τραγουδιού – αλιεύτηκε στον τρίτο τόμο της πολυσχιδούς μελέτης του Μπουκάλα («Κόκκιν’ αχείλι φίλησα», Αγρα).
Ο στίχος αποτελεί συστατικό στοιχείο της επιχειρηματολογίας για το αν το δημοτικό τραγούδι είναι μελαγχολικό αντανακλώντας ουσιαστικά το φιλόθρηνο και μεμψίμοιρο ήθος του ελληνικού πολιτισμού. Στη χορεία όσων υποστήριξαν την άποψη αυτή συγκαταλέγονται επιφανείς διανοητές του 19ου και του 20ού αιώνα, όπως ο Σπυρίδων Ζαμπέλιος, ο οποίος το χαρακτήρισε ευσυγκίνητο -χρησιμοποιεί το επίθετο «ετοιμόδακρυς»-, ο Αλκης Θρύλος και ο Κ.Δ. Δημαράς. Στον αντίποδα βρέθηκαν η οικογένεια Πολίτη αλλά και ο Αυγέρης. Αν λοιπόν τον 19ο αιώνα, το κλίμα ήταν ο ρομαντισμός που χειραγωγούσε τη σκέψη και εξωθούσε την ανάλυση προς αυτή την κατεύθυνση, η περίπτωση του Μεσοπολέμου είναι διαφορετική. Ο Δημαράς και ο Αλκης Θρύλος είναι συνεπείς υποστηρικτές ενός εξελικτικού εκδυτικισμού με παράλληλη απόρριψη όσων στοιχείων μπορούσαν να συνδεθούν με ένα επίμονο πολιτισμικό παρελθόν.
Ο στίχος του δημοτικού τραγουδιού γίνεται επίκαιρος. Είναι ο Μάης που έτσι κι αλλιώς είναι ο μήνας που η φύση οργιάζει, με το κυριολεκτικό φορτίο της λέξης. Ακόμη, είναι η απαλλαγή από την αυστηρή επιτήρηση, δεν έχουμε παρά μόνο δύο μέρες που αρχίζουμε να βηματίζουμε. Στο διάστημα δε του εγκλεισμού ακούστηκαν διάφορα για τη νοοτροπία του Νεοέλληνα, για την ευκαιρία που μας δίνεται να πραγματοποιήσουμε καταβύθιση τόσο στο ατομικό όσο και στο συλλογικό μας εγώ. Με διάθεση να αλλάξουμε, να αναπροσανατολίσουμε τη συμπεριφορά και τις σχέσεις μας. Να αναταξινομήσουμε τις προτεραιότητές μας.
Μεγάλες κουβέντες που λέγονται σε περιόδους κρίσεων, οι οποίες θυμίζουν τις συζητήσεις που γίνονται στις κοινωνικές συγκεντρώσεις, όπου όλοι θυμούνται τον Αίσωπο κάνοντας βαθυστόχαστες αναλύσεις και καταλήγοντας σε κοινωνικούς φετφάδες.
Πέρασαν σχεδόν ογδόντα χρόνια από τότε που διεξαγόταν ο διάλογος για το πολιτισμικό ήθος του ελληνικού λαού κι αποδείχθηκε πως η αντίληψη για τη νοοτροπία ενός λαού δεν μπορεί ούτε να ενοποιηθεί, γιατί υπάρχουν διαφορετικές κοινωνικές ομάδες, ούτε και να απολυτοποιηθεί. Το πολιτισμικό ήθος συνίσταται από αντιφάσεις, γίνεται λαβύρινθος και για να μπορέσει κάποιος να κατανοήσει τον πυρήνα, οφείλει να μην περιοριστεί μόνο στα κείμενα αλλά να ακούσει τους καημούς, να εισχωρήσει στα κατάβαθα της ψυχής του και να ακουρμαστεί τον ήχο της.
Συχνά, εκφέρουμε τσιτάτα, ότι δηλαδή οι Ελληνες άλλαξαν. Εχασαν την ψυχή τους. Προφανώς, τίποτε δεν μένει αναλλοίωτο. Απέκτησαν καινούργια σουσούμια. Οπως είναι ο φόβος για τον θάνατο, για τα γερατειά. Η παραδοχή αυτή στα μοιρολόγια γίνεται αφορμή να υμνήσει στον υπέρτατο βαθμό το αγαθό της ζωής. Είναι αυτό που έχασε στη μεταπολιτευτική περίοδο. Σπαταλήθηκε η ζωή σε ψιμύθια. Καιρός να ξανασυναντηθούμε.
