Η κρίση της πανδημίας του κορονοϊού στην Κύπρο συμπληρώνει τρεις εβδομάδες, χωρίς να μπορεί κανείς να αποτολμήσει μια πρόβλεψη για την εκτόνωσή της. Με την εφαρμογή των πλέον αυστηρών μέτρων για κατ’ οίκον περιορισμό από την 23η Μαρτίου, τα βασανιστικά ερωτήματα που απασχολούν την κυπριακή κυβέρνηση παραμένουν:
Πότε και πώς θα ελεγχθεί ο ιός που κυκλοφορεί «ορφανός» χωρίς ιχνηλάτηση στην κοινότητα;
Ποια είναι η πραγματική έκταση των κρουσμάτων και ποιος ο κίνδυνος έξαρσης;
Tα μέχρι στιγμής στατιστικά δεδομένα είναι κατά μέσον όρο 15 επιβεβαιωμένα κρούσματα ημερησίως. Αιχμάλωτοι σε μια κατάσταση που δεν μπορεί να ελεγχθεί διεθνώς, πολλοί έχουν ταυτόχρονα στο πίσω μέρος του μυαλού τους τη δύσκολη επόμενη ημέρα και τις αλυσιδωτές συνέπειες στη μικρή και ευάλωτη οικονομία του νησιού.
Επιβράδυνση της εξάπλωσης
Ολο το βάρος της προσπάθειας την περίοδο αυτή εστιάζεται στην επιβράδυνση των κρουσμάτων ώστε τα νοσοκομεία να είναι σε θέση να ανταποκριθούν. Σύμφωνα με τα στοιχεία της κυβέρνησης, οι υποδομές περίθαλψης σε ΜΕΘ (αναπνευστική υποστήριξη και διασωλήνωση) μπορούν να καλύπτουν περίπου 130 ασθενείς.
Τα επείγοντα περιστατικά αυτήν την εβδομάδα για ΜΕΘ έχουν ξεπεράσει τα 20 ταυτόχρονα. Τα μέτρα για κατ’ οίκον περιορισμό θα φανεί πόσο αποδίδουν μόνο μετά την παρέλευση δύο εβδομάδων. Παράλληλα, θα πολλαπλασιαστούν οι εργαστηριακοί έλεγχοι για πιο σαφή και πραγματική εικόνα διάδοσης του κορονοϊού.
Η Κύπρος αξιολογείται μέσα από τη μεγάλη αυτή δοκιμασία σε όλα τα επίπεδα: αξιολογούνται η κυβέρνηση, τα στελέχη της και οι σχεδιασμοί της, ο επιτελικός ρόλος της και οι υποδομές υγείας και κοινωνικής συνοχής. Παράλληλα, αξιολογούνται το ύφος ενάσκησης της εξουσίας σε συνθήκες συγκεντρωτισμού, καθώς και η ατομική ευθύνη και η ανταπόκριση των πολιτών.
Η κριτική για τους χειρισμούς της κυβέρνησης Ν. Αναστασιάδη ήταν μέχρι στιγμής περιορισμένη. Σιγά σιγά, ωστόσο, η αναγκαιότητα μιας ουσιαστικής κριτικής που θα αποσκοπεί στον έλεγχο της αποτελεσματικότητας των κυβερνητικών επιλογών γίνεται πρόδηλη. Γιατί αλλιώς η κάθε κυβέρνηση μπορεί να εθιστεί στην ιδέα των διαγγελμάτων και των διαταγμάτων αντί μιας σοβαρής δημοκρατικής λειτουργίας.
Ο χρόνος αντίδρασης
Η Κύπρος δικαιούται μερικώς τα εύσημα για τον χρόνο αντίδρασής της. Ευτυχώς η κυβέρνηση ξεπέρασε γρήγορα την αρχική επιπολαιότητα και αμηχανία. Στις 9 Μαρτίου έλαβε τα πρώτα δραστικά μέτρα στα αεροδρόμια, όχι όμως αρκετά για να κλείσει την «τρύπα» διείσδυσης του ιού.
Ολο το προηγούμενο διάστημα, οι συνεργάτες του προέδρου της Δημοκρατίας έκαναν ασκήσεις μικροπολιτικής, κλείνοντας τα σημεία διέλευσης με τους Τουρκοκύπριους κατά μήκος της γραμμής διαίρεσης του νησιού. Μόνο… παρήγορο στοιχείο, η απαράδεκτα καθυστερημένη αντίδραση της Ιταλίας και της Ισπανίας – πόσο μάλλον του Ηνωμένου Βασιλείου που έκανε εξαγωγή τον ιό στην Κύπρο.
Δεν είναι υπερβολή να λεχθεί ότι οι ιθύνοντες στη Λευκωσία έλαβαν τις αποφάσεις τους, ακολουθώντας το συγκρίσιμο για τους Κυπρίους, πιο κοντινό παράδειγμα, την Ελλάδα. Σε επίπεδο μηνυμάτων ηγεσίας, αντέγραψαν τα διαγγέλματα του Ελληνα πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη. Το έπραξαν με όχι και τόσο επιτυχείς προσαρμογές στην προσωπικότητα του Ν. Αναστασιάδη. Για παράδειγμα, στην αναφορά Μητσοτάκη «μένοντας στις εστίες μας, τις μετατρέπουμε σε οχυρά ζωής», ο Ν. Αναστασιάδης επέλεξε πιο… πολεμικό τόνο: «Είναι ένας πόλεμος που κερδίζεται μόνο αν μείνουμε στα καταφύγια. Παραμείνετε στα σπίτια σας, στα καταφύγιά σας, και θα τα καταφέρουμε».
Στο διάγγελμά του, ο Κύπριος πρόεδρος έκανε επίσης χρήση μιας ασυνήθιστα επιθετικής γλώσσας απέναντι στους πολίτες για να πείσει για την ανάγκη του κατ’ οίκον περιορισμού:
«Δεν θα ήθελα κανένας πολίτης να νιώσει πως η ζωή των παιδιών, του πατέρα ή της μάνας του θα εξαρτάται από γεγονότα που διαμορφώθηκαν, ως αποτέλεσμα της ανυπακοής και απειθαρχίας μιας ασυνείδητης μειοψηφίας…». Κανείς δεν υποβαθμίζει την ανάγκη αυστηρού τόνου, όμως ο Κύπριος πρόεδρος δεν ένιωσε την ανάγκη να προβεί σε αυτοκριτική για τις κυβερνητικές παραλείψεις στην εφαρμογή των περιοριστικών μέτρων. Ιδίως από την πλευρά μερίδας ιεραρχών της Εκκλησίας.
Θρησκοληψίες και πολιτική
Ο Κύπριος πρόεδρος έκανε την επιλογή του εξ αρχής να μη διαταράξει τις προνομιακές σχέσεις του με την ηγεσία της Εκκλησίας. Το έκανε με τον πιο άτεχνο και ανορθολογικό τρόπο, καθώς στην αρχή δεν έλαβε κατηγορηματική θέση για συναθροίσεις μαζικής λατρείας (Χαιρετισμοί, θεία κοινωνία κτλ). Στη συνέχεια, όταν ο Αρχιεπίσκοπος αισθάνθηκε το βάρος της ευθύνης εξάπλωσης του ιού, υιοθέτησε εκείνος περιοριστικά μέτρα.
Αυτό δεν απέτρεψε, όμως, δύο μητροπολίτες, τον Λεμεσού και τον Μόρφου, να ενεργούν αυθαίρετα προς τους αφελείς πιστούς. Στο τελευταίο διάγγελμά του ο Ν. Αναστασιάδης «απαγόρευσε την προσέλευση πολιτών σε χώρους θρησκευτικής λατρείας, όπως εκκλησίες, τεμένη και άλλους χώρους προσευχής», αλλά τέτοια απαγόρευση δεν έθεσε στους συγκεκριμένους ιεράρχες. Τόσο ευφάνταστη κρίθηκε η προσέγγιση αυτή –να μη συγκρουστεί με την Εκκλησία- που ο πρόεδρος του κυβερνώντος κόμματος ΔΗΣΥ Αβέρωφ Νεοφύτου επαίνεσε τον πρόεδρο της Δημοκρατίας γιατί δεν αναμείχθηκε στα της Εκκλησίας της Κύπρου…
Το ζήτημα του συντονισμού
Η Κύπρος, όπως και πολλές άλλες χώρες, βρέθηκε εντελώς απροετοίμαστη στη διαχείριση της πανδημίας. Η διαχείριση κινδύνων, ακόμα και αυτών με διασυνοριακή διάσταση, παραμένει εντός του κελύφους της εθνικής κυριαρχίας, αποστερώντας από την Ευρωπαϊκή Ενωση τη δυνατότητα έγκαιρης αντίδρασης, αλλά και της εναρμόνισης ενεργειών και διαδικασιών.
Στην περίπτωση της Κύπρου, ο συντονισμός σε εθνικό επίπεδο τέθηκε κάτω από το υπουργείο Υγείας. Από τις πρώτες ημέρες παρουσιάστηκαν σοβαρές αρρυθμίες, γιατί δεν υπάρχει ένας φορέας με οριζόντια αρμοδιότητα για την προστασία του πληθυσμού.
Η έννοια της πολιτικής προστασίας στην κυπριακή διοίκηση παραμένει εγκλωβισμένη από την εποχή της αγγλοκρατίας σε κάθετες δομές υπουργείων, υπηρεσιών και τμημάτων με συγκεχυμένες αρμοδιότητες και ευθύνες. Ευτυχώς το μικρό μέγεθος της χώρας βοηθά στο να υπάρξει καλή ανταπόκριση, αλλά δεν επιλύει την ουσία του προβλήματος στη διαχείριση πολλαπλών κινδύνων για τον πληθυσμό.
Δυστοκία στην κατάλληλη ώρα
Χαρακτηριστικό παράδειγμα δυστοκίας είναι η απόφαση της κυβέρνησης να κρίνει επαρκή τη διαδικασία εργαστηριακών ελέγχων που έκανε ένα μόνο κέντρο παγκυπρίως, το Ινστιτούτο Γενετικής. Εξειδικευμένοι επιστήμονες –ορισμένοι αποδεικνύονται εξαίρετοι στην ενημέρωση της κοινής γνώμης– επέμεναν ότι πολλά εργαστήρια μπορούν να κάνουν μοριακούς ελέγχους πιο έγκαιρα και μαζικά.
Εν τέλει ο πρόεδρος Αναστασιάδης υιοθέτησε την εισήγηση την περασμένη Δευτέρα, χάνοντας δύο ολόκληρες εβδομάδες. Ανάλογο πρόβλημα δημιουργήθηκε και με την απόφαση για επίταξη ιατρών και νοσηλευτών από τον ιδιωτικό τομέα για να καλύψουν ανάγκες των κρατικών νοσηλευτηρίων λόγω απωλειών στελεχών που έχουν νοσήσει. Η κυβέρνηση έχασε ξανά πολύτιμο χρόνο γιατί μπορούσε να επιτάξει ιδιωτικά νοσοκομεία και κλινικές μαζί με το προσωπικό τους και να τους αναθέσει καθήκοντα για τη διαχείριση της πανδημίας, εισακούοντας σχετική εισήγησή τους.
